Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Παρισινή Κομμούνα 1871 (Μέρος Α΄)


«…το Πα­ρί­σι εί­χε με­τα­τρα­πεί ξαφ­νι­κά σε Καύ­κα­σο: σε κά­θε δρό­μο, σχε­δόν πα­ντού, υ­ψώ­νο­νταν ο­δο­φράγ­μα­τα, βου­νά ο­λό­κλη­ρα ως τις σκε­πές. Πά­νω στα ο­δο­φράγ­μα­τα, α­νά­με­σα στις πέ­τρες και τα σα­ρα­βα­λια­σμέ­να έ­πι­πλα, σαν τους Γε­ωρ­για­νούς μέ­σα στα διά­σε­λά τους, ερ­γά­τες που φο­ρού­σαν παρ­δα­λές μπλού­ζες, μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νοι, ο­πλι­σμέ­νοι ως τα δό­ντια, χο­ντρο­μπα­κά­λη­δες, με τα πρό­σω­πα α­πο­χαυ­νω­μέ­να α­πό τον τρό­μο, κοί­τα­ζαν φο­βι­σμέ­να α­πό τα πα­ρά­θυ­ρα… Ε­ξα­φα­νί­στη­καν ό­λοι οι γε­ρο­φα­ντα­σμέ­νοι, ό­λοι οι α­παί­σιοι δαν­δή­δες με το λορ­νιόν και το λε­πτό μπα­στου­νά­κι και, στη θέ­ση τους ερ­γά­τες που κρά­δαι­ναν κόκ­κι­νες ση­μαί­ες, τρα­γου­δού­σαν στρα­τιω­τι­κά τρα­γού­δια, με­θυ­σμέ­νοι α­πό τη νί­κη τους…

Ή­ταν μια γιορ­τή χω­ρίς αρ­χή, μή­τε τέ­λος. Έ­βλε­πα ό­λο τον κό­σμο, και δεν έ­βλε­πα κα­νέ­να, για­τί το κά­θε ά­το­μο χα­νό­ταν μέ­σα στο ί­διο ά­πει­ρο, πε­ρι­πλα­νώ­με­νο πλή­θος. Μι­λού­σα σε ό­λο τον κό­σμο, χω­ρίς να θυ­μά­μαι τα λό­για μου, ού­τε τα λό­για των άλ­λων… Άλ­λω­στε αυ­τόν τον γε­νι­κό πυ­ρε­τό τον συ­ντη­ρού­σαν και τον φού­ντω­ναν οι ει­δή­σεις που έ­φτα­ναν α­πό τα άλ­λα μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης…Το α­πί­στευ­το εί­χε γί­νει συ­νη­θι­σμέ­νο, και το πι­θα­νόν και το σύ­νη­θες πα­ρά­λο­γα…»


Στις αρχές του 1871 η Γαλ­λί­α υπογράψει ανακωχή με τους Πρώσους. Ο ε­πι­κε­φα­λής της ε­θνι­κής κυ­βέρ­νη­σης Adolphe Thiers (Αδόλφος Θιέρσος), εί­ναι αυ­τός που συ­ζη­τά και δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τους ό­ρους της «ει­ρή­νης». Με­τά α­πό αυ­τό, α­ντι­με­τω­πί­ζει το πρό­βλη­μα του να α­να­κτή­σει τον έ­λεγ­χο του Πα­ρι­σιού και να πεί­σει την πό­λη ό­τι ο πό­λε­μος με την Πρω­σί­α έ­χει λή­ξει, κα­θώς και να α­φο­πλί­σει την Ε­θνο­φρου­ρά. Στον Thiers έ­χουν α­πο­μεί­νει μό­νο 12 χι­λιά­δες τα­κτι­κοί στρα­τιώ­τες με­τά την συν­θή­κη ει­ρή­νης, τους ο­ποί­ους πρέ­πει να α­ντι­πα­ρα­τά­ξει α­πέ­να­ντι σε ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ε­θνο­φρου­ρούς.

Δεν έ­χει χρό­νο. Η πλειο­ψη­φί­α της Ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης με­τα­φέ­ρε­ται α­πό το Bordeaux ό­που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν οι πρώ­τες συ­νε­λεύ­σεις της, στις Βερ­σαλ­λί­ες, κο­ντά στο Πα­ρί­σι.

Οι Πρώ­σοι έ­χουν κα­τα­λά­βει την Βό­ρεια Γαλ­λί­α, ως εγ­γύ­η­ση και δι­κλεί­δα α­σφα­λεί­ας για την πο­λε­μι­κή α­πο­ζη­μί­ω­ση, που εί­χε συμ­φω­νή­σει να πλη­ρώ­σει η Γαλ­λί­α στα πλαί­σια της συν­θή­κης ει­ρή­νης. Για να μπο­ρέ­σει να πλη­ρώ­σει τις πρώ­τες δό­σεις αυ­τής της α­πο­ζη­μί­ω­σης και να ε­ξα­σφα­λί­σει την εκ­κέ­νω­ση της Βό­ρειας Γαλ­λί­ας α­πό τα Πρω­σι­κά στρα­τεύ­μα­τα, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει να δα­νει­στεί. Δά­νεια και νέ­οι φό­ροι θα μπο­ρού­σαν να ε­ξα­σφα­λι­στούν μό­νο αν ο κό­σμος α­πο­κτού­σε «ε­μπι­στο­σύ­νη» και σι­γου­ριά στην κυ­βέρ­νη­ση. Αυ­τό ή­ταν και το βα­σι­κό πρό­βλη­μα του Thi­ers, η α­νά­κτη­ση της ε­μπι­στο­σύ­νης α­πό τους αν­θρώ­πους. Θα έ­πρε­πε να α­πο­κα­τα­στα­θεί η τά­ξη, τα κα­τα­στή­μα­τα να ξα­να­νοί­ξουν, η ε­μπο­ρι­κο-οι­κο­νο­μι­κή ζω­ή και η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα να ξα­να­βρεί τους «φυ­σιο­λο­γι­κούς» της ρυθ­μούς. Πά­νω, απ’ ό­λα, α­φού το Πα­ρί­σι ή­ταν η καρ­διά της Γαλ­λί­ας, θα έ­πρε­πε η ε­θνι­κή κυ­βέρ­νη­ση να το θέ­σει υ­πό τον πλή­ρη έ­λεγ­χό της.

Ό­μως το Πα­ρί­σι εί­ναι πε­ρή­φα­νο. Δεν έ­χει συμ­φι­λιω­θεί με την ι­δέ­α της ήτ­τας α­πό τον Πρω­σι­κό στρα­­τό, κα­θώς και δεν δέ­χε­ται εύ­κο­λα το γε­γο­νός ό­τι ο κό­σμος θα πρέ­πει να πλη­ρώ­σει τα σπα­σμέ­να του πο­λέ­μου. Η πα­ρι­σι­νή ε­θνο­φρου­ρά πα­ρα­μέ­νει σε κα­τά­στα­ση συ­να­γερ­μού, έ­τοι­μη να α­πο­κρού­σει ο­ποια­δή­πο­τε βί­αι­η ει­σβο­λή του Πρω­σι­κού στρα­τού στο Πα­ρί­σι. Τα κα­νό­νια που εί­χαν α­φε­θεί α­πό την πο­λιορ­κί­α της πό­λης, με­τα­φέ­ρο­νται σε διά­φο­ρα ση­μεί­α της με σκο­πό την υ­πε­ρά­σπι­σή της. Τε­λι­κά πολ­λές μά­χες έ­γι­ναν για αυ­τά τα κα­νό­νια. Ό­πως εί­πε αρ­γό­τε­ρα και ο Thiers: «…οι ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες και οι έ­μπο­ροι πη­γαι­νο­έρ­χο­νταν ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας διαρ­κώς πως οι οι­κο­νο­μι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες δεν θα ξα­νάρ­χι­ζαν αν δεν α­πο­τε­λεί­ω­ναν αυ­τούς τους κα­κο­μοί­ρη­δες (τους ε­ξε­γερ­μέ­νους) και δεν ε­ξα­φα­νί­ζο­νταν τα κα­νό­νια τους».

Εί­ναι αυ­τή α­κρι­βώς η προ­σπά­θεια της κυ­βέρ­νη­σης το πρω­ι­νό του Σαβ­βά­του, 18 Μάρτη 1871, να κα­τα­λά­βει τα ό­πλα και τα κα­νό­νια της ε­θνο­φρου­ράς, που τε­λι­κά δί­νει την α­φορ­μή για να ξε­σπά­σει η ε­ξέ­γερ­ση. Το σχέ­διο της κυ­βέρ­νη­σης εί­ναι α­κρι­βώς να κα­τα­λη­φθούν στρα­τη­γι­κά ση­μεί­α μέ­σα στην πό­λη, να παρ­θούν τα ό­πλα και να συλ­λη­φθούν γνω­στοί ε­πα­να­στά­τες. Ο ί­διος ο Thiers κα­θώς και αρ­κε­τοί υ­πουρ­γοί του με­τα­βαί­νουν στο Πα­ρί­σι για να ε­πι­βλέ­πουν την ε­πι­χεί­ρη­ση. Αρ­χι­κά, για την κυ­βέρ­νη­ση ό­λα πά­νε «κα­λά». Γρή­γο­ρα ό­μως οι στρα­τιώ­τες γί­νο­νται α­ντι­λη­πτοί α­πό τους Πα­ρι­ζιά­νους, οι ο­ποί­οι τους α­πο­δο­κι­μά­ζουν ο­λο­έ­να και πιο έ­ντο­να. Η ε­θνο­φρου­ρά ε­ξο­πλί­ζε­ται ό­χι για να υ­πα­κού­σει τις ε­ντο­λές της κυ­βέρ­νη­σης αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί δεν ξέ­ρει τί α­κρι­βώς να κά­νει. Τα τα­κτι­κά στρα­τεύ­μα­τα ε­νώ πε­ρι­μέ­νουν τα με­τα­φο­ρι­κά ώ­στε να φορ­τώ­σουν τα ό­πλα και τα κα­νό­νια για να τα α­πο­μα­κρύ­νουν, γρή­γο­ρα βρί­σκο­νται σε α­ριθ­μη­τι­κά μειο­νε­κτι­κή θέ­ση. Τα γε­γο­νό­τα ε­ξε­λίσ­σο­νται ρα­γδαί­α. Στη Μον­μάρ­τη, στρα­τιώ­τες α­ντί να α­νοί­ξουν πυρ στον κό­σμο, αρ­νού­νται να υ­πα­κού­σουν στις δια­τα­γές και συλ­λαμ­βά­νουν τον α­ξιω­μα­τι­κό τους, ο ο­ποί­ος αρ­γό­τε­ρα ε­κτε­λεί­ται. Σε ο­λό­κλη­ρη την πό­λη, οι α­ξιω­μα­τι­κοί συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι δεν μπο­ρούν να βα­σι­στούν στους άν­δρες τους και αρ­χί­ζουν να χά­νουν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά τον έ­λεγ­χο. Το ί­διο α­πό­γευ­μα ο Thiers α­πο­φα­σί­ζει να ε­γκα­τα­λεί­ψει την πρω­τεύ­ου­σα μα­ζί με τους υ­πουρ­γούς του, ε­νώ κα­λεί βια­στι­κά και το στρα­τό να πρά­ξει το ί­διο και να υ­πο­χω­ρή­σει στις Βερ­σαλ­λί­ες. Αυ­τή η υ­πο­χώ­ρη­ση του στρα­τού εί­ναι κυ­ριο­λε­κτι­κά χα­ώ­δης. Οι στρα­τιώ­τες αρ­νού­νται να πει­θαρ­χή­σουν στις ε­ντο­λές των α­ξιω­μα­τι­κών τους, και μό­νο οι α­στυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις πα­ρα­μέ­νουν πι­στές στους α­νω­τέ­ρους τους και δια­τη­ρούν την πει­θαρ­χί­α τους. Η υ­πο­χώ­ρη­ση μπρο­στά στους ε­ξε­γερ­μέ­νους και ορ­γι­σμέ­νους πα­ρι­ζιά­νους εί­ναι τό­σο βια­στι­κή, που διά­φο­ρα τμή­μα­τα στρα­τού «ξε­χνιού­νται» στο Πα­ρί­σι, ε­νώ α­ξιω­μα­τι­κοί «συλ­λαμ­βά­νο­νται» α­πό τους αν­θρώ­πους και κρα­τού­νται αιχ­μά­λω­τοι ώ­στε να δι­κα­στούν αρ­γό­τε­ρα για τα ε­γκλή­μα­τά τους. Οι στρα­τη­γοί Λε­κό­ντ και Το­μά, αυ­τοί οι «σφα­γείς των προ­λε­τά­ριων» ε­κτε­λού­νται με συ­νο­πτι­κές δια­δι­κα­σί­ες. Ό­λοι οι κρα­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι ε­γκα­τα­λεί­πουν την ε­ξε­γερ­μέ­νη πό­λη σε κα­τά­στα­ση πα­νι­κού, κα­τα­φεύ­γο­ντας στις Βερ­σαλ­λί­ες. Στις 11.00 το ί­διο βρά­δυ, η Κε­ντρι­κή Ε­πι­τρο­πή της ε­θνο­φρου­ράς κα­τα­λαμ­βά­νει το ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νο Hotel de Ville, ε­νώ άλ­λοι α­ξιω­μα­τι­κοί και ά­ντρες της ε­θνο­φρου­ράς κα­τα­λαμ­βά­νουν κρα­τι­κά κτί­ρια της πρω­τεύ­ου­σας.

Ε­ΛΕΥ­ΘΕ­ΡΙΑ – Ι­ΣΟ­ΤΗ­ΤΑ – Α­ΔΕΛ­ΦΟΣYΝΗ

ΚΟΜ­ΜΟΥ­ΝΑ ΤΟΥ ΠΑ­ΡΙ­ΣΙΟΥ

ΠΟ­ΛΙ­ΤΕΣ,

Ή Κομ­μού­να σας ι­δρύ­θη­κε.

Ή ψη­φο­φο­ρί­α στις 26 του Μάρ­τη ε­πι­κύ­ρω­σε τη νι­κη­φό­ρα, Ε­πα­νά­στα­ση. Μια δό­λια, ε­πι­θε­τι­κή ε­ξου­σί­α σας εί­χε πιά­σει α­πό το λαι­μό:

διώ­ξα­τε, βρι­σκό­με­νοι σε νό­μι­μη ά­μυ­να αυ­τή την κυ­βέρ­νη­ση που ή­θε­λε να σας α­τι­μά­σει ε­πι­βάλ­λο­ντάς σας έ­να βα­σι­λιά.

Σή­με­ρα, οι ε­γκλη­μα­τί­ες που ε­σείς ού­τε καν θε­λή­σα­τε να κυ­νη­γή­σε­τε, κά­νουν κα­τά­χρη­ση της με­γα­λο­ψυ­χί­ας σας για, να ορ­γα­νώ­σουν μπρο­στά α­τά μά­τια σας μια ε­στί­α μο­ναρ­χι­κής συ­νω­μο­σί­ας. Ε­πι­κα­λού­νται τον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο, χρη­σι­μο­ποιούν κά­θε εί­δους δια­φθο­ρά, δέ­χο­νται κά­θε εί­δους συ­νέ­νο­χους, τόλ­μη­σαν να ζη­τια­νέ­ψουν μέ­χρι και την υ­πο­στή­ρι­ξη του ε­χθρού. Ε­πι­κα­λού­μα­στε γι’ αυ­τές τις ε­λε­ει­νές δο­λο­πλο­κί­ες την κρί­ση της Γαλ­λί­ας και του κό­σμου.

ΠΟ­ΛΙ­ΤΕΣ.

Δη­μιουρ­γή­σα­τε ι­δρύ­μα­τα που α­ψη­φούν ό­λες αυ­τές τις προ­σπά­θειες. Εί­στε κύ­ριοι της τύ­χης σας. Η εκ­προ­σώ­πη­ση που σχη­μα­τί­σα­τε, ι­σχυ­ρή απ’ τη δι­κή σας υ­πο­στή­ρι­ξη, θα ε­πα­νορ­θώ­σει τις κα­τα­στρο­φές πού ο­φεί­λο­νται στην έκ­πτω­τη ε­ξου­σί­α: η κα­τα­στραμ­μέ­νη βιο­μη­χα­νί­α, η α­νερ­γί­α, οι ε­μπο­ρι­κές συ­ναλ­λα­γές, που πα­ρά­λυ­σαν, θα δε­χτούν μια δυ­να­τή ώ­θη­ση.

Σή­με­ρα παίρ­νε­ται ή α­πό­φα­ση για τα νοί­κια.

Αύ­ριο αυ­τή για τις προ­θε­σμί­ες σχε­τι­κά με την ε­ξό­φλη­ση των γραμ­μα­τί­ων.

Ό­λες οι δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες θα α­να­διορ­γα­νω­θούν και θα α­πλο­ποι­η­θούν.

Η Ε­θνο­φρου­ρά, η μο­να­δι­κή ο­πλι­σμέ­νη δύ­να­μη της πό­λης, απ’ αυ­τή τη στιγ­μή θα α­να­διορ­γα­νω­θεί χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση. Αυ­τά θα εί­ναι τα πρώ­τα μας μέ­τρα.

Οι εκ­πρό­σω­ποι του λα­ού, για να ε­ξα­σφα­λί­σουν το θρί­αμ­βο της Δη­μο­κρα­τί­ας δε ζη­τά­νε πα­ρά την υ­πο­στή­ρι­ξη και την ε­μπι­στο­σύ­νη του.

Οι εκ­πρό­σω­ποι του λα­ού θα κά­νουν το κα­θή­κον τους.

Πα­ρί­σι, HOTEL DE VILLE,

29 του Μάρ­τη 1871

Η ΚΟΜ­ΜΟΥ­ΝΑ ΤΟΥ ΠΑ­ΡΙ­ΣΙΟΥ

Οι Μπλαν­κι­στές εί­ναι αυ­τοί που α­να­λαμ­βά­νουν την πρω­το­βου­λί­α ό­ταν ο Brunell ο­δη­γεί τον δι­στα­κτι­κό Bellevois (ε­πι­κε­φα­λής της Ε­πι­τρο­πής της Ε­θνο­φρου­ράς) στο ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νο ξε­νο­δο­χεί­ο. Μέ­χρι ε­κεί­νη τη στιγ­μή η ε­ξέ­γερ­ση εί­ναι τό­σο αυ­θόρ­μη­τη α­πό τους αν­θρώ­πους του Πα­ρι­σιού, που κα­νείς δεν έ­χει την πα­ρα­μι­κρή διά­θε­ση να α­να­κα­τα­λά­βει την ε­ξου­σί­α, α­κό­μα και οι διά­φο­ρες ε­πι­τρο­πές της ε­θνο­φρου­ράς. Οι Duval, Brunell, Eudes και ο­λό­κλη­ρη η ε­πι­τρο­πή της Μον­μάρ­της ε­πι­θυ­μούν να βα­δί­σουν προς τις Βερ­σαλ­λί­ες. Ε­νώ σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο το Πα­ρί­σι βρί­σκε­ται στα χέ­ρια των ε­ξε­γερ­μέ­νων, η κε­ντρι­κή ε­πι­τρο­πή της Ε­θνο­φρου­ράς προ­σπα­θεί να «νο­μι­μο­ποι­ή­σει» την κα­τά­στα­ση, συν­δια­λε­γό­με­νη με το μο­να­δι­κό κρα­τι­κό θε­σμό που έ­χει α­πο­μεί­νει στην πό­λη, τους Δη­μάρ­χους, έ­τσι ώ­στε να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν σύ­ντο­μα ε­κλο­γές. Και ό­πως εί­πε και έ­νας κομ­μου­νά­ρος τη μέ­ρα των ε­κλο­γών: «Τι ση­μαί­νει η νο­μι­μό­τη­τα την ώ­ρα της ε­πα­νά­στα­σης;». Πολ­λά μέ­λη της Κε­ντρι­κής Ε­πι­τρο­πής νιώ­θουν πως τα ί­δια τα γε­γο­νό­τα τους έ­χουν ξε­πε­ρά­σει. Τώ­ρα εί­ναι η ώ­ρα που μι­λούν οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι κομ­μου­νά­ροι και ό­χι οι κα­λο­πλη­ρω­μέ­νοι γρα­φειο­κρά­τες υ­πάλ­λη­λοι. Κά­ποιος α­πό την κε­ντρι­κή ε­πι­τρο­πή λέ­ει: «…αυ­τό το βρά­δυ δεν ξέ­ρα­με τι να κά­νου­με. Δεν θέ­λα­με την κα­το­χή του Hotel De Ville, θέ­λα­με να υ­ψώ­σου­με ο­δο­φράγ­μα­τα. Αι­σθα­νό­μα­στε α­μη­χα­νί­α με την «ε­ξου­σί­α» μας…». Ο συγ­γρα­φέ­ας Edouard Moreau ή­ταν αυ­τός που δυ­στυ­χώς πεί­θει την κε­ντρι­κή ε­πι­τρο­πή, α­νά­με­σα στις ζη­τω­κραυ­γές «Ζή­τω η Κομ­μού­να», να πα­ρα­μεί­νει στο ξε­νο­δο­χεί­ο για με­ρι­κές η­μέ­ρες μέ­χρι να διε­νερ­γη­θούν οι δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές. Ο­κτώ η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα οι ε­κλο­γές πραγ­μα­το­ποιού­νται και συμ­με­τέ­χουν 227.000 άν­θρω­ποι. Αυ­τός ο α­ριθ­μός εί­ναι πε­ρί­που ο μι­σός α­πό ό­σους ή­ταν κα­τα­γε­γραμ­μέ­νοι στα ε­κλο­γι­κά μη­τρώ­ο πριν τον πό­λε­μο. Ό­μως κα­τά τη διάρ­κεια του πο­λέ­μου, οι πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­κα­τά­στα­τοι πο­λί­τες εί­χαν ε­γκα­τα­λεί­ψει το Πα­ρί­σι, και γι’ αυ­τό οι ερ­γά­τες εί­ναι η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φί­α του τω­ρι­νού ε­κλο­γι­κού σώ­μα­τος. Η Κομ­μού­να «ε­γκα­θι­δρύ­ε­ται» ε­πί­ση­μα την Τρί­τη 28 Μαρ­τί­ου 1871 και δι­ήρ­κε­σε μέ­χρι τις 28 Μα­ΐ­ου, ό­που έ­πε­σε και το τε­λευ­ταί­ο ο­δό­φραγ­μα στη Μπυτ Σι­μόν. Πραγ­μα­τώ­νε­ται στην πρά­ξη η αυ­το­δια­χεί­ρι­ση. «Στο 4ο Δια­μέ­ρι­σμα του Πα­ρι­σιού η εκ­παί­δευ­ση α­να­διορ­γα­νώ­νε­ται σε «λα­ϊ­κή» (μη εκ­κλη­σια­στι­κή) βά­ση. Στο 7ο κα­ταρ­τί­ζο­νται στα­τι­στι­κές για να πά­ρουν στα χέ­ρια τους την οι­κο­νο­μι­κή ζω­ή, που έ­χει πλη­γεί α­πό τον πό­λε­μο και την λι­πο­τα­ξί­α των υ­πευ­θύ­νων, που έ­φυ­γαν και πή­γαν στις Βερ­σαλ­λί­ες. Στα θέ­α­τρα, οι τε­χνι­κοί «δια­χει­ρί­ζο­νται οι ί­διοι τις ε­πι­χει­ρή­σεις τους». Οι καλ­λι­τέ­χνες ορ­γα­νώ­νο­νται σε Ο­μο­σπον­δί­α, με ψυ­χή τον Κουρ­μπέ. Η Ε­λι­σά­βετ Δη­μη­τρί­εφ, η φί­λη του Ντο­στο­γιέφ­σκι, ορ­γα­νώ­νει την ερ­γα­σί­α των γυ­ναι­κών. Έ­χουν α­πο­γρα­φεί 34 συν­δι­κα­λι­στι­κά ε­πι­με­λη­τή­ρια, 43 συ­νε­ται­ρι­σμοί πα­ρα­γω­γών, 7 ε­ται­ρί­ες τρο­φί­μων κτλ».

Η Κομ­μού­να έ­γι­νε στις 28 Μαρ­τί­ου, ε­νώ στις 2 Α­πρι­λί­ου τα στρα­τεύ­μα­τα του Thiers ξε­κι­νούν τις ε­πι­θέ­σεις για την α­να­κα­τά­λη­ψη του Πα­ρι­σιού. Οι Κομ­μου­νά­ροι ξέ­ρουν πως η ε­ξέ­γερ­ση δεν έ­χει ε­ξα­πλω­θεί στην ε­παρ­χί­α, αλ­λά και ό­τι πολ­λοί Πα­ρι­ζιά­νοι εί­ναι έ­τοι­μοι να τους προ­δώ­σουν, να πε­ρά­σουν στο α­πέ­να­ντι στρα­τό­πε­δο. Αρ­χι­κά το συμ­βού­λιο της Κομ­μού­νας συ­να­ντιέ­ται σε μυ­στι­κά μέ­ρη, δί­νο­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ή­ταν έ­να «πο­λε­μι­κό συμ­βού­λιο», αλ­λά κά­τω α­πό πιέ­σεις τε­λι­κά οι συ­νε­λεύ­σεις γί­νο­νται δη­μό­σια. Α­κο­λου­θώ­ντας αυ­τές τις πιέ­σεις η Κομ­μού­να α­πο­φα­σί­ζει την δη­μο­σιο­ποί­η­ση των συ­νε­δριά­σε­ών της στην η­με­ρή­σια ε­φη­με­ρί­δα Journal Officiel κα­θώς και την ά­δεια να πα­ρα­κο­λου­θεί και να συμ­με­τέ­χει στις συ­νε­δριά­σεις ο­ποιοσ­δή­πο­τε κά­τοι­κος του Πα­ρι­σιού.

Με μέ­τρα πο­λύ α­πλά αλ­λά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά, η Κομ­μού­να δί­νει υ­πό­στα­ση στους πό­θους και στους α­γώ­νες που α­να­δύ­θη­καν κα­τά τη διάρ­κεια του 19ου αιώ­να: κα­τάρ­γη­ση της υ­πο­χρε­ω­τι­κής στρα­το­λο­γί­ας, α­πα­γό­ρευ­ση των ε­ξώ­σε­ων ό­σων κα­θυ­στε­ρούν το ε­νοί­κιο, α­να­κλη­τό­τη­τα των ε­κλεγ­μέ­νων α­νά πά­σα στιγ­μή, α­να­στο­λή των πω­λή­σε­ων των κα­τα­τε­θει­μέ­νων στο ε­νε­χυ­ρο­δα­νει­στή­ριο α­ντι­κει­μέ­νων, α­με­σο­δη­μο­κρα­τι­κό­τη­τα ό­λων των δια­δι­κα­σιών, φε­ντε­ρα­λι­σμός κ.ά. Βα­σι­κές αρ­χές της Κομ­μού­νας εί­ναι η ι­σό­τη­τα, η ε­λευ­θε­ρί­α και η αλ­λη­λεγ­γύ­η. Παίρ­νο­νται μέ­τρα κα­τά της α­νερ­γί­ας κα­θώς και εν­θαρ­ρύ­νο­νται οι ερ­γά­τες των μι­κρο­με­σαί­ων ε­πι­χει­ρή­σε­ων να α­να­λά­βουν α­πο­κλει­στι­κά αυ­τοί την δια­χεί­ρι­ση των μι­κρών ερ­γο­στα­σί­ων, σύμ­φω­να με τις δι­κές τους α­νά­γκες. Παρ’ ό­λα αυ­τά, πιο α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές και «α­κραί­ες» προ­τά­σεις ό­πως «ό­λα τα με­γά­λα ερ­γο­στά­σια των μο­νο­πω­λί­ων, πρέ­πει να οι­κειο­ποι­η­θούν α­πό τους ερ­γά­τες» α­πορ­ρί­πτο­νται α­πό τα πιο με­τριο­πα­θή μέ­λη της Κομ­μού­νας, ό­που προ­σπα­θού­σαν να συ­νυ­πάρ­ξουν πολ­λές δια­φο­ρε­τι­κές και αρ­κε­τά α­ντι­κρουό­με­νες τά­σεις.

Ο Thiers και οι υ­πό­λοι­ποι υ­πουρ­γοί του στις Βερ­σαλ­λί­ες α­ναμ­φι­σβή­τη­τα θε­ω­ρούν την Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να σαν έ­να εί­δος «κοι­νω­νι­κής αλ­λα­γής» και γι’ αυ­τό α­πο­φα­σί­ζουν να την τσα­κί­σουν με έ­ναν «εμ­φύ­λιο» πό­λε­μο. Για την Κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει με ο­ποιον­δή­πο­τε τρό­πο να α­πα­γο­ρευ­τεί η ε­ξά­πλω­ση της ε­ξέ­γερ­σης σε άλ­λα α­στι­κά κέ­ντρα ή στην ε­παρ­χί­α, έ­τσι ώ­στε να α­πο­μο­νω­θούν οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι α­πό τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο. Αυ­τή η ά­πο­ψη εί­ναι κοι­νή για τους κρα­τι­στές και ε­κτός Γαλ­λί­ας. Αυ­τό ό­μως δεν εί­ναι και τό­σο εύ­κο­λο, α­φού το πα­ρά­δειγ­μα του ε­ξε­γερ­μέ­νου Πα­ρι­σιού συ­γκλο­νί­ζει ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη. Ορ­γα­νώ­σεις α­πό πολ­λές χώ­ρες στέλ­νουν α­πε­σταλ­μέ­νους για να μά­θουν νέ­α ή α­κό­μα για να πο­λε­μή­σουν στα ο­δο­φράγ­μα­τα και να υ­πε­ρα­σπι­στούν την ε­ξέ­γερ­ση. Στις 29 Μαρ­τί­ου η ε­φη­με­ρί­δα London Times πε­ρι­γρά­φει την ε­ξέ­γερ­ση σαν «την υ­πε­ρο­χή του Προ­λε­τα­ριά­του α­πέ­να­ντι στην α­στι­κή και εύ­πο­ρη τά­ξη, του ερ­γά­τη α­πέ­να­ντι στον α­φέ­ντη, της Ερ­γα­σί­ας α­πέ­να­ντι στο Κε­φά­λαιο». Ο Ρώ­σος αυ­το­κρά­το­ρας πιέ­ζει τη Γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση να μην ε­μπο­δί­ζει την κα­τα­στο­λή α­πό με­ριάς του γαλ­λι­κού κρά­τους ε­νά­ντια στην Κομ­μού­να, ε­πει­δή «η κυ­βέρ­νη­ση των Βερ­σαλ­λιών εί­ναι εγ­γύ­η­ση και α­σφά­λεια τό­σο για τη Γαλ­λί­α ό­σο και για την υ­πό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη», ε­νώ ο Mπί­σμαρ­κ α­πεί­λη­σε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τον γερ­μα­νι­κό στρα­τό αν δεν βια­στεί ο Θιέρ­σος.
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.11, Φεβρουάριος 2003
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...