Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Το χαμένο ενεπίγραφο βάθρο της Αμφίπολης: Ένας κρίκος μαρτυρίας της τοπικής καβείριας λατρείας

Του Κωνσταντίνου Κόττη, θεολόγου





1.1. Εισαγωγικά:
Είναι αλήθεια, πως στα πλαίσια του διεθνούς ενδιαφέροντος για το ιερό μνημείο του Καστά Αμφιπόλεως, πολύς λόγος έγινε για το είναι του μνημείου. Τα πρώτα συμπεράσματα της ανασκαφικής ομάδας, προσεγγίζουν τον έως τώρα ανακαλυφθέντα χώρο, ως αφηρωισμένο με δευτερογενείς λειτουργικές ταφές, ισχυρές ενδείξεις χρησμοδοσίας και παρουσία ιέρειας[1]. Μια δεύτερη πρόταση, συνδέει τις γλυπτές Κόρες, είτε με διονυσιακές Μαινάδες, είτε με τις Ναϊάδες Νύμφες των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης[2]. Δυστυχώς, όμως, ενώ η Αμφίπολη αναδείχθηκε διεθνές νομισματικό κέντρο, αφετηρία της Αλεξανδρινής εκστρατείας[3] και πρωτεύουσα της πρώτης ρωμαϊκής μερίδος της Μακεδονίας[4], καμία πηγή δεν μαρτυρεί την ύπαρξη ενός βασιλικού και χθόνιου ιερού χώρου, ειδικά καβειρίου, παρά την πληθώρα ανάλογων συμβόλων στα νομίσματα κοπής Αμφιπόλεως.
Αντίθετα περί αυτού παρέχει ένδειξη μια πολύ ιδιαίτερη επιγραφή, ενταγμένη σε ανάγλυφο βάθρο. Θα προσπαθήσουμε με την παρούσα δημοσίευση να παραθέσουμε τα βασικότερα σημεία των περί αυτής δημοσιεύσεων, ερμηνεύοντας λέξεις και επισημαίνοντας συνδέσεις με στοιχεία αναφοράς της καβείριας λατρείας.


1.2. Πιθανοί λόγοι της απουσίας του Καστά στις ιστορικές πηγές:
Ως απάντηση στο ερώτημα γιατί ένα τέτοιο μνημείο αποσιωπάται στις πηγές, τρεις ερμηνείες λογικές μπορούμε να δώσουμε. Η πρώτη είναι πως το μνημείο είχε καταχωθεί, όταν ο παλαιότερος από τους κύριους σωζόμενους βιογράφους του Αλεξάνδρου, ο Διόδωρος Σικελιώτης, άρχισε να γράφει την «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη». Το εύρος της συγγραφής του, υπολογίζεται, περίπου, από την 180η Ολυμπιάδα και το έτος 60 π.Χ. [5], έως την δεκαετία του 30΄ και μετά τον αποικισμό του Ταυρομενίου υπό του Οκταβιανού το 36 π.Χ.[6] Η δεύτερη πιθανότητα είναι να τελούνταν, μυστικά, στον Καστά, η θεοποίηση της μακεδονικής δυναστείας[7], αλλά με τρόπο διακριτικό. Κατά την εν Παγγαίω παράδοση τηρούνταν σεβασμός προς τον Διόνυσο. Οι βασιλείς οι οποίοι δεν σέβονταν τον Διόνυσο στην περιοχή, ιδίως αυτοί οι οποίοι αναβίβαζαν άλλον ως κορυφαίο θεό, όπως ο Ορφέας, έβρισκαν τραγικό τέλος[8] και αυτό έπρεπε να σεβαστεί και ο κάρανος της Μακεδονίας[9].
Μια τρίτη περίπτωση, χωρίς να αποκλείει τις προηγούμενες, σχετίζεται με το έθος της ανωνυμίας κατά την τέλεση χθόνιων πελασγικών μυστηρίων. Στοιχείο το οποίο εμπεριέχονταν στην παράδοση της Ολυμπιάδος, δηλαδή την δωδωναία[10], την ορφική και ειδικά την καβείρια[11]. Προς την κατεύθυνση αυτή, οδηγεί την έρευνα και η μνημειακή είσοδος του μνημείου με τις δύο σφίγγες, κατεξοχήν διονυσιακά σύμβολα αποτροπής και με μεγάλη παράδοση στην νομισματοκοπία της Αμφίπολης.



Εικόνα 1. Η σφίγγα σε νόμισμα κοπής Εννέα Οδών. Εμφανίζεται νομισματικά πρώτα στην περιοχή Παγγαίου, μετά στην Σαμοθράκη κάτι το οποίο πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα και αργότερα στην Χίο κ.α.



2 ΤΟ ΕΝΕΠΙΓΡΑΦΟ ΒΑΘΡΟ:
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ


2.1. Οι παλαιές επί του ενεπίγραφου βάθρου δημοσιεύσεις:
2.1.1. Ο εντοπισμός από τον L. Couve και η πρώτη δημοσίευση από τον P. Perdrizet:
Η πρώτη καταγραφή του κειμένου της επιγραφής πραγματοποιήθηκε το 1891 από τον L. Couve, ο οποίος την απέστειλε στον P. Pedrizet, αναφέροντας το ότι η επιγραφή ήταν εντοιχισμένη σε ναό του Jénikeuï[12]. Έτσι μετέφερε στην γαλλική, την οθωμανική υποχρεωτική μετονομασία της Αμφίπολης σε «Yenikoÿ». Πρόκειται για μια έννοια, αυτή του πρώτου συνθετικού «Yeni», η οποία κατά κανόνα υποδηλώνει τόπο βιαίως ή μαζικώς εξισλαμισθέντων. Γνωρίζουμε, βέβαια, πως μέσα στην σημερινή Αμφίπολη, βρέθηκε στο ύψος του Μουσείου, τμήμα του ελληνιστικού τείχους της πόλης, όπου ταφικό μνημείο, εκεί, ταυτίσθηκε με το οικιστήριο του Λακεδαίμονα στρατηγού Βρασίδα. Εν τέλει, ο Pedrizet δημοσίευσε, πρώτος, την δική του ανάγνωση, ως εξής:



Μ. ΚΑΙΚΕΛΙΟΣ
ΣΩΤΑΣ Ο ΧΑΛΚΕΥΣ
ΑΠΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΘΕΟΙΣ ΜΕΓΑΛΟΙΣ ΤΟΙΣ ΕΝ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ


Μ. Καικέλιος
Σῶτας ὁ χαλκεὺς
ἀπὸ τῆς τέχνης/
Θεοῖς Μεγάλοις/
τοῖς ἐν Σαμοθράκηι



Στον Perdrizet υπάρχει χρονολόγηση, γενικά, στα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ απαντά και το απολύτως λογικό σχόλιο, πως (παρά τις επιγραφικές ενδείξεις της καβείριας λατρείας) για ύπαρξη στην περιοχή καβειρίου, δεν κάνουν μνεία οι πηγές[13]. Δεδομένου πως και στον Καστά έχουμε ιερό μνημείο, για το οποίο δεν κάνουν λόγο οι πηγές, ας θέσουμε το παρόν, ως υποψηφιότητα για αυτήν την υπόθεση εργασίας.


2.1.2. Η διαφορετική προσέγγιση του Μ. Γ. Δημίτσα:
Την επόμενη χρονιά ασχολήθηκε με την επιγραφή ο φιλόλογος και βαθύς γνώστης της Αρχαίας Μακεδονίας Μ. Γ. Δημίτσας (1829-1903). Για την σχετική μελέτη, δημοσιευμένη σε βιβλίο του, οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1) από τις διαφορές τις οποίες προτείνει, φαίνεται πως έχει διαβάσει ο ίδιος την επιγραφή.







Εικόνα 2. Η επιγραφή του ενεπίγραφου βάθρου, προερχόμενη από το αρχείο του Charles Edson και δημοσιευμένη στο άρθρο της κ. Χ. Κουκούλη - Χρυσανθάκη «Κοινὸν τεχνιτῶν στην Αμφίπολη», στο Σ. Πινγιάτογλου, κ.α.
Νάματα. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Δ. Παντερμαλή (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2011) ως εικ. 2.





2) Στις παρατηρήσεις του ο Δημίτσας διαβάζει «ΚΑΙΚΙΛΙΟΣ» αντί «ΚΑΙΚΕΛΙΟΣ» και «ΖΩΤΑΣ» αντί για «ΣΩΤΑΣ Ο ΧΑΛΚΕΥΣ. Η αλήθεια είναι πως το πρώτο γράμμα είναι σχηματισμένο, ιδιαίτερα, θυμίζοντας Ζ.
3) Στη συνέχεια αντί για το άρθρο «Ο», το οποίο θέτει ο Perdrizet μεταξύ του «ΣΩΤΑΣ» και του «ΧΑΛΚΕΥΣ» (σε μια επιγραφή στην οποία για λόγους σύντμησης, κύριο όνομα της πρώτης σειράς, καταγράφεται μόνο με το αρχικό «Μ.»), αυτός προτείνει «Θ». Το γράμμα έχει χαραχτεί σε ένα σχήμα το οποίο θυμίζει το Κόπα – Q, κάτι το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει τους επιγραφολόγους.
4) Τέλος αντί για «ΜΕΓΑΛΟΙΣ», όπου το τρίτο γράμμα καλλιγραφημένο θυμίζει, όντως, «Τ, αποδίδει «ΘΕΟΙΣ ΜΕΤΑΛΛΟΙΣ». Εντούτοις αν η λέξη είναι ορθογραφημένη, έχει σε αυτήν, σαφώς, σκαλιστεί ένα «Λ» και όχι δύο, δείχνοντας πως ο Δημίτσας διαβάζει, μάλλον, λάθος το συγκεκριμένο σημείο[14].


2.1.3. Η δημοσίευση του P. Collart και ο σχολιασμός του F. Chapouthier:
Μια τρίτη και για πρώτη φορά συνολική δημοσίευση, θα γνωρίσει το εύρημα το 1931 από τον P. Collart. Ως προς το κείμενο, ακολουθείται, πιστά, η ανάγνωση του Perdrizet. Ωστόσο ο Collart, δεδομένου πως έχει εικόνα του όλου ανάγλυφου, το περιγράφει. Έτσι μαρτυρεί για το σκάλισμα στη βάση, από της τέχνης του αναθέτη και το ορθογώνιο λαξευμένο πλαίσιο στο κορμό του βάθρου, όπου εντάχθηκε σμιλευμένο ένα φτερωτό κηρύκειο του Ερμού. Ως φαίνεται μόνο το μισό κηρύκειο ήταν ανάγλυφη δημιουργία, ενώ το άλλο μισό, το οποίο, ήδη, δεν διασώζονταν, ήταν μεταλλικό και είχε αποσπασθεί σε προηγούμενη εποχή[15].







Εικόνα 3. Το φτερωτό κηρύκειο του Καδμίλου - Ερμού του καβείριου ενεπίγραφου βάθρου της Αμφιπόλεως.





Ο Collart δεν έμεινε εκεί, αλλά απέστειλε σχετική αναφορά με τα απαραίτητα στοιχεία προς τον F. Chapouthier, τις αποσταλείσες παρατηρήσεις του οποίου συμπεριέλαβε στη δημοσίευση. Ο Chapouthier το πρώτον, απέδωσε το κηρύκειο στον καβείριο Ερμή – Κάδμιλο[16], συνδέοντας το, με ανάλογες παραστάσεις σε νομίσματα των Διοσκούρων από την Ίμβρο έως την Λήμνο, αλλά και με ανασκαφή στο Ιερό της Σαμοθράκης[17].



Εικόνα 4. Χάλκινο αυτόνομο νόμισμα της Αίνου
με φτερωτό κηρύκειο, 2ος αιώνας π.Χ.



Παίρνοντας την σκυτάλη ξανά ο Collart, αναγνώρισε πως χαμηλότερα προς τη βάση, διακρίνεται ένα κυκλικό πεδίο, το οποίο, όμως, ένεκα της κακής διατήρησης σε αυτό το σημείο του βάθρου, δεν μπορεί να προσδιοριστεί[18]. Ασφαλώς και μόνο για το κυκλικό του σχήματος σε συνδυασμό με τον καβείριο χαρακτήρα του ανάγλυφου και με δεδομένο το σχήμα στον Καστά, θα ήταν ευχής έργο, να υπήρχε δυνατότητα καλύτερης εξέτασης (Εικ. 5).



Εικόνα 5. Η βάση του ενεπίγραφου βάθρου.



2.2. Η τύχη του ανάγλυφου αυτού μάρτυρα:
Το εύρημα αυτό ήταν εντοιχισμένο στην ανατολική κόγχη του παλαιού ναού των Αγίων Αποστόλων Αμφιπόλεως. Δυστυχώς σήμερα δεν σώζεται. Τα τελευταία, ίσως, διαθέσιμα στοιχεία, είναι οι ληφθείσες φωτογραφίες, οι οποίες προέρχονται από τα notebooks του Charles F. Edson, ο οποίος τα φωτογράφισε ευρισκόμενος στην περιοχή την περίοδο 1936-1938. Μετά η τύχη τους αγνοείται, όχι, όμως, στο μεσοπόλεμο, όπως υπέθετε η κα Κουκούλη-Χρυσανθάκη και ίσως κ.α. Λόγω της εγγύτητας της παρουσίας τουEdson στην περιοχή προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υποψίες μας δεν κατευθύνθηκαν προς τυπικά αρχαιοκάπηλους ή ασεβείς κατά τον μεσοπόλεμο. Αντίθετα από την πρώτη στιγμή, δεδομένου και της περιοχής, σκεφτήκαμε την περίοδο της εθνοκάθαρσης των Βουλγάρων, 1941-1944, όπου ως κατοχική δύναμη και μέλος του ναζιστικού άξονα, δυνάστευαν τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας και της Ελληνικής Θράκης.
Έχοντας υπόψιν εκθέσεις βουλγαρικών εγκλημάτων πολέμου της περιόδου, ανατρέξαμε και εντοπίσαμε, όντως, πως η καταστροφή του ναού των Αγίων Αποστόλων, αποδόθηκε σύμφωνα με επίσημες μαρτυρίες κατοίκων στους Βουλγάρους, των οποίων τα κατοχικά όρια ευθύνης χωρίζονταν από τους Γερμανούς στον Στρυμόνα. Στην κοινή Έκθεση των Πανεπιστημίων Αθηνών για τις θηριωδίες των Βουλγάρων της περιόδου 1941-44, αναφέρεται, επίσης, πως οι Βούλγαροι πέραν της κατεδάφισης της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, απέσπασαν αρχαιολογικά ευρήματα και ειδικά επιγραφές. Όμως στάθηκε αδύνατο να διασταυρώσουν, αν τα κλαπέντα χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στην κατασκευή βουλγαρικού φυλακίου στη γέφυρα του Στρυμόνα, μεταφέρθηκαν στο χωριό Παλαιοκώμη ή είχαν οποιαδήποτε άλλη τύχη[19]. Εν τέλει η επιγραφή μας με τον αρ. 8 στην δημοσίευση του 1931, καταγράφθηκε ως κατοχική απώλεια.



Εικόνα 6. Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις παρελαύνουν
ενώπιον του Λέοντος της Αμφιπόλεως.



3.1. Σχόλια επί της καβείριας επιγραφής:
3.1.1. «Μ. Καικέλιος Σῶτας»:
Για το πρόσωπο του αναθέτη, έχει προταθεί από την Χ. Κουκούλη – Χρυσανθάκη η ταύτιση με τον συνώνυμο ιερέα της Αθηνάς και ο οποίος μαζί με άλλους συλλειτουργούς στεφανώνεται από το «Κοινὸν τῶν Τεχνιτῶν» στην Αμφίπολη. Επί της ουσίας, παρότι πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο συνωνυμίας, αυτό έχει γίνει γενικότερα αποδεκτό. Έτσι το Μ. της επιγραφής μας, αποδίδεται, πλέον, ως Μ[άρκος], ενώ το επίθετο έχει επικρατήσει, μάλλον ορθά, ως «Καικέλιος» και όχι «Καικίλιος». Η επιγραφή χάριν στην οποία ταυτίζεται, βρέθηκε την δεκαετία του 90΄ σε παλαιοχριστιανικό χώρο της Αμφίπολης και αναφέρει τα εξής:

[Ε]ΤΟΥΣ Δ ΚΑΙ Ξ
[Τ]Ο ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΤΩΝ
[Ε]ΣΤΕΦΑΝΩΣΕΝ ΤΟΥΣ ΙΕ
ΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΜΑΡΚΟΝ ΚΑΙΚΕΛΙΟΝ ΣΩΤΑΝ, ΠΟΜΠΛΙΟΝ
[Κ]ΟΡΝΗΛΙΟΝ ΣΩΤΗΡΙΧΟΝ
[ΟΛΥΜ]ΠΙΟΔΩΡΟΝ ΠΥΘΟΔΩΡΟΥ
[…ca 7-8] ΚΑΙΚΕΛΙΟΝ
[…ca 9-10] ΜΕΝΑΝΔΡΟΝ

Η πιθανή ταύτιση του Σωτά, με τον ομώνυμο της άλλης επιγραφής θα είναι ευτύχημα, δεδομένου ότι η χρονολόγηση την οποία φέρει διαβάζεται 84 /83 π.Χ. Στο ίδιο άρθρο τονίζεται, πως η καβείρια επιγραφή μας έχει στοιχεία κοντινά, σε σχέση με τις γραμματοσειρές της χρονολογημένης επιγραφής και κατά συνέπεια η ίδια αρχαιολόγος, την αναγάγει γενικά στον 1ο π.Χ. αιώνα[20].


3.1.2. «ὁ χαλκεὺς»:
Αμφότερα, άρθρο και ιδιότητα, έχουν ενδιαφέρουσα ερμηνεία και χρήζουν παρατηρήσεων. Ως προς το «ὁ», η στόχευση εστιάζεται στην ανάγνωση του περίπου «Q» από τον Δημίτσα ως Θ΄. Αν έχει δίκιο, αυτό σημαίνει πως η ανάγνωση είναι ΣΩΤΑΣ Θ (ΜΥΗΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΚΑΒΕΙΡΙΑ) ΧΑΛΚΕΥΣ. Πολλά έχουν ειπωθεί για το περίφημο καβείριο «Θ» και ιδίως για το εάν υποδηλώνει το «9»[21], ή σημαίνεται, όπως είναι κυρίως αποδεκτό, ως (ΜΕΓΑΛΟΙΣ) Θ(ΕΟΙΣ). Εντούτοις, αν και ιδιαίτερα μυστικιστικό, ένα απόσπασμα του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως, φαίνεται πως επιβεβαιώνει το Θ(ΕΟΙΣ)[22].
Αντίθετα στο ζήτημα του χαρακτήρα της χαλκευτικής ιδιότητας, τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Αν και ο Δημίτσας αναλύει το «χαλκεύς» ως αυτό που ακούγεται, ως τεχνίτης ανάλογων μετάλλων, ως προς αυτό διαφωνεί ο βυζαντινός σχολιαστής του Ομήρου Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Κατ΄ αυτόν η ιδιότητα του χαλκέως, σχετίζεται ιδιαίτερα με την επεξεργασία του χρυσού, το οποίο αρμόζει ιδιαίτερα στο Παγγαίο[23].


Εικόνα 7. Ένθρονη Κυβέλη, με πάνθηρα (μεταμόρφωση Διονύσου)
και έχοντας εκατέρωθεν στην βάση του Ναΐσκου τον Ερμή-Κάδμιλο
και την Εκάτη–φωσφόρο, β΄ ήμισυ 4ου π.Χ.
Βερολίνο, Μουσείο Περγάμου.



3.2. Η προβληματική του ιερέως της Αθηνάς: Εργάνη, Ήφαιστος και καβείρια Λήμνος:
3.2.1. Η προβληματική εφ' όσον επί του Καστά λειτούργησε καβείριο:
Εφόσον ο Μάρκος Καικέλιος Σώτας της μιας επιγραφής, ταυτίζεται με τον ιερέα της Αθηνάς στην άλλη, στον δε Καστά λειτούργησε καβείριο ιερό, τότε, ασφαλώς, η λειτουργία του χώρου, δεν ανεστάλη με τους τελευταίους Μακεδόνες. Αυτήν, όμως, την υπόθεση εργασίας, μπορεί να την επιβεβαιώσει, η αρχαιολογική και μόνο έρευνα. Η επιγραφή, ωστόσο, μαρτυρεί, δεδομένα, πως καβείρια λατρεία και συνεπώς ιερό, υπήρχε στην Αμφίπολη σε λειτουργία κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. Θα ήταν βέβαια, αφύσικο, έστω σε μια νεότερη σε ίδρυση πόλη σε σχέση με τους παλαιούς Πελασγούς, πλην, όμως, κυριαρχούσα στην νομισματοκοπία του Παγγαίου, με την έντονη παρουσία του Κάδμου και να μην έχει καβείριο[24].
Σε αυτήν την περίπτωση, κατά την οποία, όντως, τμήμα του Καστά λειτούργησε ως καβείριο, μειώνονται οι πιθανότητες να έκλεισαν τον Καστά, άμεσα, οι Ρωμαίοι. Τιμούσαν τους Καβείρους ως μυστικούς θεούς των Τρώων, τους οποίους και είχαν ανυψώσει σε εφέστιους, αποκαλώντας τους «Penates». Με αφορμή την Δήμητρα, ο Δάρδανος έφυγε από τη Σαμοθράκη, αποίκησε τον Ελλήσποντο και κάποια στιγμή έγινε βασιλεύς της Τροίας, μεταφέροντας εκεί την καβείρια λατρεία[25].
Ως προς το ενδεχόμενο να έλαβε χώρα κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα η ρωμαϊκή επέμβαση στο μνημείο του Καστά, έστω επί του Λέοντα, έχει εκφραστεί, ήδη, η υποψία του κ. Α. Corso. Σύμφωνα με αυτήν, επέμβαση μπορεί να συντελέσθηκε κατά του χρόνους του Σύλλα, από το 88 π.Χ.[26] Σε μια άλλη άποψη, στηριγμένη σε νόμισμα Αμφίπολης όπου ιέρεια παραδίδει θύρσο σε Ρωμαίο, ο νομισματολόγος Αστέριος Τσίντσιφος, υποστηρίζει πως η οριστική λειτουργία του Καστά ανεστάλη επί Μ. Αντώνιου το 41 π.Χ.[27] Τα παραπάνω αποτελούν χρονολογικές προτάσεις, συνάδουσες με τα υπολείμματα φωτιάς, τα οποία βρέθηκαν μέσα στην επίχωση του νεκρικού θαλάμου του Καστά, χρονολογήθηκαν με την μέθοδο C14 περί το 70 π.Χ. με αβεβαιότητα 30 έτη και παρουσιάσθηκαν στην ΑΕΜΘ του 2016[28].


3.2.2. Ο αντικατοπτρισμός του Ηφαίστου στη σχέση ενός ιερέως της Αθηνάς με τα καβείρια:
Έχει τεθεί από παλαιότερους στην μελέτη της επιγραφής, το ερώτημα του πως σχετίζεται ένας ιερεύς της Αθηνάς και μεταλλοτεχνίτης με την καβείρια λατρεία, ώστε να αναθέσει προς τους Καβείρους, αλλά και να στεφανώνεται από το «Κοινὸν τῶν Τεχνιτῶν». Η σχέση αυτή δικαιολογείται εύκολα, αφού έχει ως εφαλτήριο την σχέση του Ηφαίστου και της Αθηνάς με την μεταλλοτεχνία, γνωστή, ήδη, από την ομηρική γραμματεία[29]. Μάλιστα ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης σχολιάζοντας την, διέκρινε και τους επιμέρους τομείς της μεταλλουργίας, όπου αμφότεροι δραστηριοποιούνται, αποτελώντας τους πολιούχους της τέχνης[30]. Ωστόσο αυτή σχέση, έχει δεδομένες προεκτάσεις στην καβείρια λατρεία. Τα καβείρια είχαν σημαντική διάδοση, φημίζονταν, όμως, ιδιαίτερα, στα νησιά Σαμοθράκη, Ίμβρος και Λήμνος, με την τελευταία να αποτελεί κέντρο του Ηφαίστου, στην πόλη του οποίου Ηφαιστία, είχε, κοντά, οικοδομηθεί και το Καβείριο[31]. Χάριν Ηφαίστου τελούσαν τιμητικά οι Έλληνες λαμπαδηδρομία[32], ενώ τιμώνταν από κοινού με την Αθηνά Εργάνη, στις εορτές Εργάνεια / Χαλκεία[33]. Επιπλέον οι Αθηναίοι, ιδρυτές της Αμφίπολης, κατά τον Ηρόδοτο, πρώτοι από όλους τους Έλληνες παρέλαβαν στοιχεία από τα πελασγικά μυστήρια και δη τους ερμείους ορθούς φαλλούς[34]. Σημειωτέον πως στην νομισματοκοπία της Ηφαιστίας, η Αθηνά κυριαρχεί[35].
Πέραν των παραπάνω, ένας ιερεύς της Αθηνάς δια του Ηφαίστου, λάμβανε μέγιστη σύνδεση με την καβείρια λατρεία για τους εξής λόγους: ο Ήφαιστος αποτελούσε σύνδεση της καβείριας λατρείας με την ηλιολατρεία μέσω της Μέμφιδος, κάτι το οποίο είχε παρατηρήσει ο Ηρόδοτος από παλαιά[36]. Μια ηλιολατρία η οποία μαζί με την λατρεία της Δήμητρος, είχε αρχαιότατο κέντρο την Θάσο και το Παγγαίο[37]. Γενικά το θέμα της σχέσης του Ηφαίστου με τον Ήλιο έχει σημαντικές προεκτάσεις, ειδικά στην μακεδονική αυλή. Ο Ήφαιστος, επίσης, επανήλθε στον Όλυμπο δια του Διονύσου[38]. Με τον Διόνυσο να παραλληλίζεται ειδικά σε μια τέτοια περιοχή με τον Άδη, τον υιό της Περσεφόνης ή τον ίδιο τον Αλέξανδρο και τον υιό του Θόαντα, οικιστή της Λήμνου[39], να λατρεύεται σε Δωδώνη και Παγγαίο[40].



Εικόνα 8. Η δια του Διονύσου επιστροφή του Ηφαίστου στον Όλυμπο. Ερυθρόμορφη αττική σκύφος.
Αποδίδεται στον ζωγράφο του Κλεοφώντος, 430-420 π.Χ.Toledo, Museum of Art.



Κατά τρίτο λόγο ο Ήφαιστος σχετίζεται με τους Τημενίδες ως υιός Ήρας[41]., αλλά και με την παράδοση της Ολυμπιάδος, αφού στην Σικελία, τόπο της Δήμητρος και της Αρπαγής της Περσεφόνης[42] , διατηρούσε στην Αίτνα εργαστήριο[43].


3.3. Το πρόβλημα του κύκλου στην λατρεία Απόλλωνος και Ποσειδώνος:
Το θέμα του κύκλου, ως σχήμα της δυσερμήνευτης μορφής η οποία λαξεύτηκε στη βάση του ενεπίγραφου βάθρου, θα μπορούσε να είναι ανεξάντλητο. Θα προτιμήσουμε, εδώ, να μην επεκταθούμε πολύ, πλην, όμως, ας ειπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις. Ο κύκλος, όπως, προαναφέραμε στα νομίσματα της Αμφίπολης έχει έντονη παρουσία. Ωστόσο το ενδιαφέρον είναι πως στην Αμφίπολη, η λατρεία Απόλλωνος και Ποσειδώνος κάποια στιγμή εξελίχθηκε σε μια κοινή λατρεία, για την οποία από επιγραφή του 357 π.Χ., γνωρίζουμε πως τελούνταν σε κοινό ιερό «ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΥΜΟΝΟΣ». Ο Ποσειδών, βέβαια, τιμώνταν στην μορφή του θεοποιημένου ποταμού Στρυμόνος, μυθικού πατρός του βακχικού προφήτου Ρήσου, χωρίς να αποχωρίζεται το σύμβολο της τρίαινας[44]. Αυτό φέρνει στο νου την ομηρική Τροία και αναγκαστικά τον Δάρδανο μετά την Σαμοθράκη[45].
Αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα αν αυτός ο χθόνιος Ποσειδών, μέσω Σαμοθράκης, σημάνθηκε με κυκλικούς ιερούς χώρους και υπέκρυπτε καβείρια λατρεία. Στην Ιλιάδα, ο Ποσειδών έχει θρονισμό στο όρος Σάος της Σαμοθράκης[46]. Μια δεύτερη ένδειξη, έχει προεκτάσεις στην ονομασία «Αμφίπολη». Ο Ευστάθιος. σχολιάζοντας το «Ποσιδήιον ἀμφὶς», συνέδεσε το «αμφί» με τον κύκλο και τον ποσειδώνιο χώρο[47]. Στην Σαμοθράκη συνδέθηκε με την ναυτική προστασία[48].


3.4. Υπήρχε μαντείο συνδεδεμένο με τα μεταλλεία του Παγγαίου;:
Όχι αμελητέα είναι η σκέψη πως στην Αμφίπολη μπορεί να λειτουργούσε Καβείριο, με μαντείο κατάλληλο για μια περιοχή φημισμένη όχι μόνο στην εξόρυξη μετάλλων, αλλά και την μεταποίηση, η οποία δεν περιορίζονταν στην νομισματική[49]. Η όλη περιοχή είχε μαντική παράδοση, τόπος άλλωστε του χθόνιου διονυσιακού προφήτη Ρήσου[50]. Η παράλληλη ύπαρξη Καβειρίου και μαντείου δεν αποτελούσε πανάκεια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις υφίστατο και τέτοιο ήταν το της Σαμοθράκης[51].



Εικόνα 9. Κάβειρος και Παις.
Μελανόμορφος βοιωτικός σκύφος (θραύσμα).
4ος αιώνας π.Χ.



Από την άλλη, μεταλλουργία και μαντική, υπήρξαν τέχνες συνυφασμένες και δοσμένες στους ανθρώπους από τον Προμηθέα[52]. Σε ένα άλλο μαντείο, αυτό της Δωδώνης, για το οποίο πολλά είναι τα λατρευτικά παράλληλα αν όχι κοινά με την Αμφίπολη, γνωρίζουμε από τα σχετικά μεταλλικά ελάσματα, πως ένας αριθμός αυτών οι οποίοι ζητούσαν χρησμό, ενδιαφέρονταν για το τεχνικό επάγγελμά τους[53]. Ούτως ή άλλως, πρώτη μάντισσα και μάλιστα στον φωτεινό απολλώνιο χώρο, θεωρούνταν η χθόνια μητέρα Γη, δηλαδή η Δήμητρα. Ήταν η δωρήτρια των καβειρίων μυστηρίων[54], από την οποία προήλθε η Περσεφόνη και εξ αυτής ο ορφικός Διόνυσος[55]. Το αν στα χρόνια του Αλεξάνδρου, οι ιστορικοί δεν τόνισαν τον ρόλο του Παγγαίου, αν όχι τον διαστρέβλωσαν, αυτό μπορεί να οφείλεται στον ανταγωνισμό τον οποίο φαίνεται και από άλλα σημεία πως ένιωθε ο Αλέξανδρος για τον εν ζωή θεό Φίλιππο. Η αναλογία του αριθμού σωζόμενων νομισμάτων της εποχής του Φιλίππου του Β΄, ο οποίος είναι ανάλογος αυτών που για πολλά χρόνια κόβονταν στο όνομα του ζωντανού ή νεκρού Αλεξάνδρου, μας κάνει να προβληματιστούμε: όντως ο Αρριανός ορθοτομεί την αλήθεια μαρτυρώντας πως ο Αλέξανδρος ελάχιστα παρέλαβε από τα φιλίππεια ταμεία[56] ή οι πηγές τις οποίες ακολούθησε έγραψαν ανάλογα, γιατί και για τον Φίλιππο έλεγαν τα ίδια[57];
Παράλληλα, όμως, η περιοχή είχε για μεγάλα διαστήματα, έντονη την παρουσία των αποίκων Χαλκιδέων στην εκμετάλλευση των ορυχείων του Παγγαίου. Στην ιταλική Κύμη, λ.χ., αποικία από κοινού Χαλκίδος, Ερέτριας και Κύμης (ευβοϊκής ή αιολικής) υπήρχε και έχει εντοπισθεί το σπήλαιο της Σίβυλλας (Antro della Sibilla Cumana), όπου και η μάντις του Απόλλωνος, σχετιζόμενη με τους δραστηριοποιούμενους στα μεταλλεία, οι οποίοι ζητούσαν την μαντική συνδρομή[58]. Γενικά οι Χαλκιδείς αποίκιζαν μεταλλευτικές ή και ηφαιστιογενείς περιοχές και η περιοχή από την Καμπανία, ενδιάμεσα την Καλαβρία, έως την Σικελία, κυριαρχούνταν από τις λατρείες της Δήμητρος και της Κόρης, του Ποσειδώνος και του Απόλλωνος, με έντονο το μαντικό χαρακτήρα. Μην λησμονούμε και την επίδραση της πινακογραφίας των «περσεφόνιων» Επιζεφύριων Λοκρών, στο βοτσαλωτό εικονικό ψηφιδωτό της «Αρπαγής της Περσεφόνης» στον Καστά[59].


3.5. Επίμετρο: «Θεοίς Μεγάλοις» και μέλη της μακεδονικής δυναστείας:
Είναι καλό εδώ να παραθέσουμε, συνοπτικά, στοιχεία τα οποία συνδέουν τα μέλη της μακεδονικής δυναστείας με την καβείρια λατρεία. Τημενίδες και Αιακιδείς, οι Οίκοι του Φιλίππου και της Ολυμπιάδος, είχαν μέλη Αργοναύτες μυημένους στα Καβείρια[60]. Μυημένοι ήταν, ως γνωστόν, ο Φίλιππος, η Ολυμπιάς, καθώς και ο Αλέξανδρος[61].
Από πλευράς επιγραφών, αξίζει να αναφέρουμε, δύο αναθηματικές προς το Ιερό της Σαμοθράκης, η πρώτη των Φιλίππου Γ΄ του Αρριδαίου (323-317) και του υιού του μεγίστου, Αλεξάνδρου του Δ΄[62], ενώ η δεύτερη ενταγμένη σε ενεπίγραφο βάθρο, όπου εδράζονταν χάλκινο άγαλμα του Φιλίππου του Ε΄ (221-179)[63].



ΒΑΣΙΛΕ /
ΙΣ ΦΙΛΛΙΠΟΣ/
Α[ΛΕΞΑΝΔΡ]Ο/
Σ ΘΕΟΙΣ ΜΕΓ/
Α[ΛΟΙΣ]
ΒΑΣΙΛΕΑ ΦΙΛΙΠΠΟΝ/
ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ/
ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ/
ΘΕΟΙΣ ΜΕΓΑΛΟΙΣ

Θα κλείσουμε με μια αναθηματική επιγραφή προς τους Καβείρους, από το χωριό Μαυροθάλασσα Σερρών, όχι πολύ μακριά από την Αμφίπολη. Το ενδιαφέρον είναι πως η επιγραφή είναι κτιτορική καβείριου ναού, χρονολογουμένη το 76 μ.Χ., έτος κατά το οποίο, προ πολλού, ο Καστάς έχει καταχωθεί[64].


3.6. Αντί επιλόγου:
Ευελπιστούμε, πραγματικά, με την προσπάθεια μας αυτή προς ανάδειξη του χαμένου, σήμερα, καβείριου ενεπίγραφου βωμού, να συμβάλαμε, τουλάχιστον, στην δημιουργία γόνιμου προβληματισμού, ευελπιστώντας κάπου αυτό να διασώζεται. Ίσως κάποτε να εντοπισθεί, σώος, ώστε να τύχει της προσήκουσας επιστημονικής μελέτης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] «υποδηλώνοντας και την αρχική χρήση του λατρευτικού αυτού χώρου ως ηρώου και χρηστηρίου, ως χώρου σχεδιασμένου να λειτουργείται από μια σημαντική ιέρεια διαθέτοντας δευτερογενείς τελετουργικές ταφές με σκοπό την χρησμοδοσία», Μ. Λεφαντζής, Αρχιτεκτονικά και οικοδομικά χαρακτηριστικά στην εξέλιξη του μνημειακού συνόλου τύμβου Καστά Αμφίπολης (απομαγνητοφώνηση), στην ΑΕΜΘ 2016 (04-03-2016).
[2] «Το τελεστήριο των χορευτριών στην Σαμοθράκη, περί το 340 π.Χ. περίπου, έχει μια ανάγλυφο ζωφόρο με χορεύτριες και είναι από θασίτικο μάρμαρο και οι χορεύτριες μοιάζουν πάρα πολύ με τις Κόρες στο μνημείο του Τύμβου Καστά. …Οι χορεύτριες έχουν όνομα γιατί έχουμε επιγραφές, είναι οι ναϊάδες νύμφες των μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης, ας σκεφτούμε, τουλάχιστον, μήπως είναι ναϊάδες και οι Κόρες στην Αμφίπολη; Οι ναϊάδες βοηθούσαν κάποιον που έχει σχέση με τον κόσμο των νεκρών και μάλιστα που ασκούσε την τέχνη της μαντικής. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι εκείνη που έκανε τα μεγάλα μνημεία στη Σαμοθράκη είναι η Ολυμπιάδα», A. Corso, Συνέντευξη στον Θ. Αν. Σπανέλη, στο http://www.xronometro.com/amfipolis-antonio-corso-2/ (Ημ. ανάκτησης Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017). Βλ. και A. Corso «The sculptures of the tumulus Casta», Journal of Intercultural and Interdisciplinary Archaeology 02 (2015), 212-214.
[3] «ἦν δὲ αὐτῷ ὁ στόλος παρὰ τὴν λίμνην τὴν Κερκινῖτιν ὡς ἐπ' Ἀμφίπολιν καὶ τοῦΣτρυμόνος ποταμοῦ τὰς ἐκβολάς. διαβὰς δὲ τὸν Στρυμόνα παρήμειβε τὸ Πάγγαιον ὄροςτὴν ὡς ἐπ' Ἄβδηρα καὶ Μαρώνειαν, πόλεις Ἑλληνίδας ἐπὶ θαλάσσῃ», Ἀρριανός, ἈνάβασιςἈλεξάνδρου, Α΄, 11.
[4] «deinde in quattuor regiones diuidi Macedoniam: unam fore et primam partem quod agri inter Strymonem et Nessum sit amnem; accessurum huic parti trans Nessum ad orientem uersum, qua Perseus tenuisset, uicos, castella, oppida, praeter Aenum et Maroneam et Abdera...capita regionum, ubi concilia fierent, primae regionis Amphipolim, secundae Thessalonicen, tertiae Pellam, quartae Pelagoniam fecit», Livius Titus, Ab urbe condita, XLV, 29.
[5] «μέχρι τῆς ἑκατοστῆς καὶ ὀγδοηκοστῆς ὀλυμπιάδος», Διόδωρος Σικελιώτης,Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη, Βίβλος Α΄, 44.
[6] «ἡ δὲ πόλις ἀξιόλογον ἀξίωμα περιποιησαμένη τὸ τελευταῖον ἐν τῷ καθ᾽ ἡμᾶς βίῳΚαίσαρος ἀναστήσαντος τοὺς Ταυρομενίτας ἐκ τῆς πατρίδος τῶν Ῥωμαίων ἀποικίανἐδέξατο», Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη, Βίβλος ΙΣΤ΄, 7.
[7] «οὔθ᾽ ὑπερβάλλοισθ᾽ ἂν Ἀμφιπολίτας καὶ Πυδναίους, ὧν οἱ μὲν ἔθυον ὡς θεῷ, οἱδὲ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ νεὼν εἶχον δεικνύναι οὔτε γὰρ τῆς ἀξίας τῆς ὑμετέρας τοὺς ἔξωθαυμάζειν», Αἴλιος Ἀριστείδης, «Συμμαχικός Α΄», στο Aristides. ex recensione Guilielmi Dindorfii, Vol I, 38 (Leipzig: Weidmann, 1829), 715.
[8] «Λυκούργῳ δὲ μανίαν ἐνεποίησε Διόνυσος. ὁ δὲ μεμηνὼς Δρύαντα τὸν παῖδα,ἀμπέλου νομίζων κλῆμα κόπτειν, πελέκει πλήξας ἀπέκτεινε, καὶ ἀκρωτηριάσας αὐτὸνἐσωφρόνησε. τῆς δὲ γῆς ἀκάρπου μενούσης, ἔχρησεν ὁ θεὸς καρποφορήσειν αὐτήν, ἂνθανατωθῇ Λυκοῦργος. Ἠδωνοὶ δὲ ἀκούσαντες εἰς τὸ Παγγαῖον αὐτὸν ἀπαγαγόντες ὄροςἔδησαν, κἀκεῖ κατὰ Διονύσου βούλησιν ὑπὸ ἵππων διαφθαρεὶς ἀπέθανε», Ἀππολόδωρος,Βιβλιοθήκη, Γ', 5, 1. Βλ. και «ὃς τὸν μὲν Διόνυσον οὐκ ἐτίμα, τὸν δὲ Ἥλιον μέγιστον τῶνθεῶν ἐνόμιζεν εἶναι, ὃν καὶ Ἀπόλλωνα προσηγόρευσεν· ἐπεγειρόμενός τε τῆς νυκτὸς κατὰτὴν ἑωθινὴν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Πάγγαιον ἀνιὼν προσέμενε τὰς ἀνατολάς, ἵνα ἴδῃτὸν Ἥλιον πρῶτον· ὅθεν ὁ Διόνυσος ὀργισθεὶς αὐτῷ ἔπεμψε τὰς Βασσαρίδας, ὥς φησινΑἰσχύλος ὁ τῶν τραγῳδιῶν ποιητής· αἵτινες αὐτὸν διέσπασαν καὶ τὰ μέλη διέρριψαν χωρὶςἕκαστον· αἱ δὲ Μοῦσαι συναγαγοῦσαι ἔθαψαν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις Λειβήθροις»,Ἐρατοσθένης, «Καταστερισμοί (ἢ Ἀστροθεσίαι)», ΚΔ΄, στο Μυθογράφοι - Scriptores poeticæ historiæ Græci. Edidit A. Westermann (Brunvigae: 1843), 255.
[9] Για το θέμα του Αλεξάνδρου και του εξευμενισμού βλ. Κ. Κωνσταντίνος, Αμφίπολη και οίκηση, θεολογία των Αιακιδών και η ερμηνευτική προσέγγιση του εικονικού ψηφιδωτού στον Καστά Αμφιπόλεως (Θεσσαλονίκη, 2016), 22-27.
[10] «ἔθυον δὲ πάντα πρότερον οἱ Πελασγοὶ θεοῖσι ἐπευχόμενοι, ὡς ἐγὼ ἐν Δωδώνῃ οἶδα ἀκούσας, ἐπωνυμίην δὲ οὐδ᾽ οὔνομα ἐποιεῦντο οὐδενὶ αὐτῶν», Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Β΄, «Εὐτέρπη», 52.
[11] Θεοὺς γὰρ χθονίους καὶ ἀπορρήτους καλοῦντες τότε καθαρόν, οἶμαι, τὸ πῦρ τὸ ἐν τῇ θαλάττῃ φυλάττουσιν, ἐπειδὰν δὲ ἡ θεωρὶς ἐσπλεύσῃ καὶ νείμωνται τὸ πῦρ ἔς τε τὴν ἄλλην δίαιταν ἔς τε τὰς ἐμπύρους τῶν τεχνῶν, καινοῦ τὸ ἐντεῦθεν βίου φασὶν ἄρχεσθαι», Φλάβιος Φιλόστρατος, Ἡρωικὸς, 740-741.
[12] P. Pedrizet, «Voyage dans la Macédoine première», Bulletin de correspondance hellénique, 19 (1895), 109.
[13] «Intéressante dédicace d'un artisan aux Grands Dieux de Samothrace, protecteurs du travail des métaux. On ne connaissait pas encore de monument attestant le culte des Cabires à Amphipolis. Époque romaine», P. Pedrizet, «Voyage dans la Macédoine première», Bulletin de correspondance hellénique, 19 (1895), 109.
[14] Μ. Γ. Δημίτσας, Ἡ Μακεδονία ἐν λίθοις φθεγγομένοις καὶ μνημείοις σωζομένοις, Τόμος Β', αρ. 869 (27) (Αθήνα: Τυπογραφείο Αδελφών Περρή,1896), 707.
[15] «Socle présentant; sur sa face; supérieure deux trous -, dans lesquels venait sans doute s'encastrer l'objet de bronze, produite de son art, offert par le dédicant, et désigné dans l'inscription par les mots "από της τέχνης», P. Collart, «Voyage dans la région du Strymon», Bulletin de correspondance hellénique, 55 (1931), 179.
[16]«ὁ δὲ προστιθέμενος τέταρτος Κάσμιλος ὁ ῾Ερμῆς ἐστιν, ὡς ἱστορεῖΔιονυσόδωρος», σχόλιο στο «ἀρρήτους ἀγανῇσι», Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος, Ἀργοναυτικά Α΄, 917, στο Apollonii Argonautica emendavit apparatum criticum et prolegomena adiecit R. Merkel - Scholia vetera et codice Laurentiano. Ed. H. Keil (Lipsiae: B. G. Teubneri, 1853), 355.
«Τοὺς δὲ θεοὺς τούτους Ῥωμαῖοι μὲν Πενάτας καλοῦσιν· οἱ δ´ ἐξερμηνεύοντες εἰς τὴνἙλλάδα γλῶσσαν τοὔνομα οἱ μὲν Πατρῴους ἀποφαίνουσιν, οἱ δὲ Γενεθλίους, εἰσὶ δ´ οἳΚτησίους, ἄλλοι δὲ Μυχίους, οἱ δὲ Ἑρκείους. ἔοικε δὲ τούτων ἕκαστος κατά τινος τῶνσυμβεβηκότων αὐτοῖς ποιεῖσθαι τὴν ἐπίκλησιν κινδυνεύουσί τε πάντες ἁμως γέπως τὸαὐτὸ λέγειν. Σχήματος δὲ καὶ μορφῆς αὐτῶν πέρι Τίμαιος μὲν ὁ συγγραφεὺς ὧδεἀποφαίνεται· κηρύκια σιδηρᾶ καὶ χαλκᾶ καὶ κέραμον Τρωικὸν εἶναι τὰ ἐν τοῖς ἀδύτοις τοῖςἐν Λαουϊνίῳ κείμενα ἱερά, πυθέσθαι δὲ αὐτὸς ταῦτα παρὰ τῶν ἐπιχωρίων», Διονύσιος ὁἉλικαρνασσεὺς, Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία, Λόγος Α΄, ΞΖ΄, 3.
[17] «L'emblème représenté en ; bas-relief sous l'inscription est le caducée d'Hermès Kadmilos, l'une des figures du groupement samothracien ; on le retrouve sur les monnaies de Samothrace associé au bélier, sur les monnaies d'Imbros entre les bonnets des Dioscures-Kabires, ou sur celles de Lemnos à côté de la torche. C'est le dieu jeune du groupe, et c'est plus spécialement sous sa protection que semblent se placer les initiés: à Imbros, ils lui consacrent un ex-voto; sur une: liste d'initiés exhumée par M. Salac dans le sanctuaire. - De Samothrace en 1927, le caducée figure à la suite des dernières lignes. L'apparition de l'emblème sur l'ex-voto de Kaikelios Sôtas semble donc indiquer que le personnage était initié. La baguette magique d'Hermès, qui règle l'essor des âmes, est devenue à basse époque. La baguette mystique qui éveille à la vie nouvelle», Fernande Chapouthier στο P. Collart, «Voyage dans la région du Strymon»,Bulletin de correspondance hellénique, 55 (1931), 180.
[18] «Au-dessous encore, dans un champ circulaire ravalé, un objet indistinct que la cassure de la pierre ne permet pas d'identifier», P. Collart, «Voyage dans la région du Strymon», Bulletin de correspondance hellénique, 55 (1931), 180.
[19] Πανεπιστήμιο Αθηνών & Θεσσαλονίκης, Ἡ μαύρη βίβλος τῶν βουλγαρικῶν ἐγκλημάτων εἰς τὴν Ἀνατολικήν Μακεδονίαν καὶ Θράκην (Αθήνα: 1945), 138.
[20] Χ. Κουκούλη - Χρυσανθάκη, «Κοινὸν τεχνιτῶν στην Αμφίπολη», στο Σ. Πινγιάτογλου κ.α. Νάματα. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Δ. Παντερμαλή(Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2011), 239 και γενικά 235-247.
[21] Κ. Κόττης, Αμφίπολη και οίκηση, Θεολογία Αιακιδών και ερμηνευτική θεώρηση του εικονικού ψηφιδωτού στον Καστά Αμφιπόλεως (Θεσσαλονίκη: 2016), 40-43.
[22] «Δοκοῦσι γάρ μοι τοῦ θῆτα μήπω γράμματος εὑρημένου τῷ δέλτα δηλοῦν τὴν ἐκείνου δύναμιν οἱ παλαιοί», Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεὺς, Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία, Λόγος Α΄, 58, 1.
[23] «Χαλκεὺς δὲ, ὁ πρὸ βραχέων χρυσοχόος, κατὰ ὄνομα γενικόν. ἀπὸ τοῦ πρώτου φανέντος μετάλλου. Διὸ καὶ ὁ Ἥφαιστος, χαλκεὺς ἐλέγετο. καὶ χαλκεύειν τὸ οἱανοῦν ἐλατὴν ὕλην σφύρᾳ παίειν. καὶ τὰ εἰς αὐτὸ δὲ ὅπλα, χαλυήϊα λέγει. καὶ πείρατα τέχνης. ὅ ἐστι περατωτικά. Δι' ὧν ἡ χαλκευτικὴ τέχνη περατοῦται. ἃ καὶ ὀνομάζων, φησίν. ἄκμονά τε σφῦράν τε, εὐποίητόν τε πυράγρην. Οἷσίν τε χρυσὸν εἰργάζετο. ἤγουν καὶ τὰ, οἷς ἐχώνευεν, ἃ καὶ εἰπεῖν ἔχων ἐν μιᾷ λέξει χόανα, ὅμως ἐπίτηδες περιέφρασεν», Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, «Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν», σχόλιο στο «Τηλεμάχου ἕταροι μεγαλήτορος, ἦλθε δὲ χαλκεὺς» , Γ΄ 433. Στο Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis: Commentarii ad Homeri Odysseam, I, (Lipsiae: J. A. Weigel 1825) 136-137.
[24] «Κάδμος γὰρ ὁ Φοῖνιξ λιθοτομίαν ἐξεῦρεν καὶ μέταλλα χρυσοῦ τὰ περὶ τὸΠάγγαιον», Κλήμης ᾽Αλέξανδρεὺς, Στρωματείς, Ι, PG 09, 788A.
[25] «Νεὼς ἐν Ῥώμῃ δείκνυται τῆς ἀγορᾶς οὐ πρόσω κατὰ τὴν ἐπὶ Καρίναςφέρουσαν ἐπίτομον ὁδὸν ὑπεροχῇ σκοτεινὸς ἱδρυμένος οὐ μέγας... Ἐν δὲ τούτῳ κεῖνταιτῶν Τρωικῶν θεῶν εἰκόνες, ἃς ἅπασιν ὁρᾶν θέμις, ἐπιγραφὴν ἔχουσαι δηλοῦσαν τοὺςΠενάτας…Λέγουσι γοῦν ὧδε· Χρύσην τὴν Πάλλαντος θυγατέρα γημαμένην Δαρδάνῳφερνὰς ἐπενέγκασθαι δωρεὰς Ἀθηνᾶς τά τε Παλλάδια καὶ τὰ ἱερὰ τῶν μεγάλων θεῶνδιδαχθεῖσαν αὐτῶν τὰς τελετάς. Ἐπειδὴ δὲ τὴν ἐπομβρίαν φεύγοντες ἈρκάδεςΠελοπόννησον μὲν ἐξέλιπον, ἐν δὲ τῇ Θρᾳκίᾳ νήσῳ τοὺς βίους ἱδρύσαντο, κατασκευάσαιτὸν Δάρδανον ἐνταῦθα τῶν θεῶν τούτων ἱερὸν ἀρρήτους τοῖς ἄλλοις ποιοῦντα τὰς ἰδίουςαὐτῶν ὀνομασίας καὶ τὰς τελετὰς αὐτοῖς τὰς καὶ εἰς τόδε χρόνου γινομένας ὑπὸΣαμοθρᾴκων ἐπιτελεῖν. Ὡς δὲ μετῆγε τοῦ λεὼ τὴν πλείω μοῖραν εἰς τὴν Ἀσίαν τὰ μὲν ἱερὰτῶν θεῶν καὶ τὰς τελετὰς τοῖς ὑπομείνασιν ἐν τῇ νήσῳ καταλιπεῖν·…Δάρδανον μὲν ἐν τῇκτισθείσῃ τε ὑφ´ ἑαυτοῦ καὶ ὀνομασίας ὁμοίας τυχούσῃ πόλει τὰ ἕδη καταλιπεῖν, Ἰλίου δ´ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ συνοικισθέντος ἐκεῖσε μετενεχθῆναι πρὸς τῶν ἐγγόνων αὐτοῦ τὰ ἱερά.ποιήσασθαι δὲ τοὺς Ἰλιεῖς νεών τε καὶ ἄδυτον αὐτοῖς ἐπὶ τῆς ἄκρας καὶ φυλάττειν δι´ἐπιμελείας ὅσης ἐδύναντο πλείστης θεόπεμπτά τε ἡγουμένους εἶναι καὶ σωτηρίας κύρια τῇπόλει. Ἁλισκομένης δὲ τῆς κάτω πόλεως τὸν Αἰνείαν καρτερὸν τῆς ἄκρας γενόμενον,ἄραντα ἐκ τῶν ἀδύτων τά τε ἱερὰ τῶν μεγάλων θεῶν καὶ ὅπερ ἔτι περιῆν Παλλάδιον(θάτερον γὰρ Ὀδυσσέα καὶ Διομήδην νυκτός φασιν εἰς Ἴλιον ἀφικομένους κλοπῇ λαβεῖν)οἴχεσθαί τε κομίσαντα τὸν Αἰνείαν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἐλθεῖν ἄγοντα εἰς Ἰταλίαν…τῶν τεμεγάλων θεῶν εἰκόνας εἶναι, οὓς Σαμοθρᾷκες Ἑλλήνων μάλιστα ὀργιάζουσι, καὶ τὸμυθευόμενον Παλλάδιον, ὅ φασι τὰς ἱερὰς φυλάττειν παρθένους ἐν ναῷ κείμενον Ἑστίας,ἔνθα καὶ τὸ ἀθάνατον διασώζεται πῦρ», Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεὺς, ῬωμαϊκὴἈρχαιολογία, Λόγος Α΄, NΗ - NΘ΄.
[26] «The time of the removal of the lion from the tumulus can be argued. Amphipolis sided with Mithridates (see Memnon, FGrH 434. 1. 22. 12): this fact resulted in a wide destruction of this town by Sulla. Thus the army of Sulla may have removed the colossal lion from the top of the hill in order to bring it to Rome», A. Corso «The sculptures of the tumulus Casta», Journal of Intercultural and Interdisciplinary Archaeology 02 (2015), 200.
[27] Α. Τσίντσιφος, Στα βήματα της λατρείας του Αλεξάνδρου και των καβειρίων μυστηρίων (Θεσσαλονίκη: χ.ε. 2016), 76.
[28] Ε. Καμπούρογλου – Ι. Μήτσης, «Τα ιζήματα του ταφικού μνημείου στον λόφο Καστά Αμφίπολης: προέλευση – χρονική απόθεση», ανακοίνωση στην ΑΕΜΘ 2016 (υπό έκδοση).
[29] «Ἥφαιστον κλυτόμητιν ἀείσεο, Μοῦσα λίγεια, ὃς μετ’ Ἀθηναίης γλαυκώπιδος ἀγλαὰ ἔργα ἀνθρώπους ἐδίδαξεν ἐπὶ χθονός», Ὁμηρικοὶ ὕμνοι , Εἰς Ἥφαιστον, 1-3.
[30] «Ἥφαιστος καὶ Ἀθηνᾶ ἐδίδαξε τέχνην παντοίην χαλκευτικὴν δηλαδὴ καὶ χρυσοχοϊκήν. Ἥφαιστος μὲν, διὰ τὴν ἐν πυρὶ τῶν τοιούτων ἐργασίαν. Ἀθηνᾶ δὲ, διὰ τὸ ἐπιστατεῖν τοῖς χειρώναξι», Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, «Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν», σχόλιο στο «ἴδρις, ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη» , Ζ΄ 233, στοEustathii Archiepiscopi Thessalonicensis: Commentarii ad Homeri Odysseam, I, (Lipsiae:J. A. Weigel 1825) 252.
[31] «Ἀκουσίλαος δ᾽ ὁ Ἀργεῖος ἐκ Καβειροῦς καὶ Ἡφαίστου Κάμιλλον λέγει, τοῦ δὲ τρεῖς Καβείρους, ὧν νύμφας Καβειρίδας: Φερεκύδης δ᾽ ἐξ Ἀπόλλωνος καὶ Ῥητίας Κύρβαντας ἐννέα, οἰκῆσαι δ᾽ αὐτοὺς ἐν Σαμοθρᾴκῃ: ἐκ δὲ Καβειροῦς τῆς Πρωτέως καὶ Ἡφαίστου Καβείρους τρεῖς καὶ νύμφας τρεῖς Καβειρίδας, ἑκατέροις δ᾽ ἱερὰ γίνεσθαι. Μάλιστα μὲν οὖν ἐν Ἴμβρῳ καὶ Λήμνῳ τοὺς Καβείρους τιμᾶσθαι συμβέβηκεν, ἀλλὰ καὶ ἐν Τροίᾳ κατὰ πόλεις: τὰ δ᾽ ὀνόματα αὐτῶν ἐστι μυστικά», Ἀκουσίλαος, απ. 40 (15), στο Στράβων, Γεωγραφικὰ, Ι΄, 3.21.
[32] «ἐν Ἕλλησι ἡ λαμπαδηφορίη τὴν τῷ Ἡφαίστῳ ἐπιτελέουσι», Ἡρόδοτος, ΜοῦσαιἹστοριῶν, Η΄, «Οὐρανία», 89.
[33] «Χαλκεῖα: Ὑπερείδης ἐν τῷ κατὰ Δημέου ξενίας. τὰ Χαλκεῖα ἑορτὴ παῤ Ἀθηναίοις τῇ Ἀθηνᾷ ἀγομένης Πυανεψιῶνος ἕνῃ καὶ νέᾳ, χειρώναξι κοινὴ, μάλιστα δὲ χαλκεῦσιν, ὥς φησιν Ἀπολλώνιος ὁ Ἀχαρνεύς. Φανόδημος δὲ οὐκ Ἀθηνᾷ φησιν ἄγεσθαι τὴν ἑορτὴν ἀλλ̓ Ἡφαίστῳ. γέγραπται δὲ καὶ Μενάνδρῳ δρᾶμα Χαλκεῖα», Ἁρποκρατίων Βαλέριος, Λεξικὸν τῶν δέκα ῥητόρων, Χ. Βλ. και «ἐνταῦθα Ἀθηνᾶς ἱερὸν πεποίηται Πολιούχου καλουμένης καὶ Χαλκιοίκου τῆς αὐτῆς. τοῦ δὲ ἱεροῦ τῆς κατασκευῆς Τυνδάρεως … Λακεδαιμόνιοι πολλοῖς ἔτεσιν ὕστερον τὸν τε ναὸν ὁμοίως καὶ ἄγαλμα ἐποιήσαντο Ἀθηνᾶς χαλκοῦν: Γιτιάδας δὲ εἰργάσατο ἀνὴρ ἐπιχώριος… ἐπείργασται δὲ τῷ χαλκῷ πολλὰ μὲν τῶν ἄθλων Ἡρακλέους, πολλὰ δὲ καὶ ὧν ἐθελοντὴς κατώρθωσε, Τυνδάρεω δὲ τῶν παίδων ἄλλα τε καὶ ἡ τῶν Λευκίππου θυγατέρων ἁρπαγή: καὶ Ἥφαιστος τὴν μητέρα ἐστὶν ἀπολύων τῶν δεσμῶν… ἔστι δὲ καὶ ἕτερον αὐτόθι Ἀθηνᾶς Ἐργάνης ἱερόν», Παυσανίας Ἑλλάδος περιήγησις, Γ΄, «Λακωνικὰ», 17, 2-4. Πρβλ. και «λέλεκται δέ μοι καὶ πρότερον ὡς Ἀθηναίοις περισσότερόν τι ἢ τοῖς ἄλλοις ἐς τὰ θεῖά ἐστι σπουδῆς· πρῶτοι μὲν γὰρ Ἀθηνᾶν ἐπωνόμασαν Ἐργάνην», Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, Α΄, «Ἀττικὰ», 24.
[34] «ταῦτα μέν νυν καὶ ἄλλα πρὸς τούτοισι, τὰ ἐγὼ φράσω, Ἕλληνες ἀπ᾽ Αἰγυπτίων νενομίκασι· τοῦ δὲ Ἑρμέω τὰ ἀγάλματα ὀρθὰ ἔχειν τὰ αἰδοῖα ποιεῦντες οὐκ ἀπ᾽ Αἰγυπτίων μεμαθήκασι, ἀλλ᾽ ἀπὸ Πελασγῶν πρῶτοι μὲν Ἑλλήνων ἁπάντων Ἀθηναῖοι παραλαβόντες, παρὰ δὲ τούτων ὧλλοι. Ἀθηναίοισι γὰρ ἤδη τηνικαῦτα ἐς Ἕλληνας τελέουσι Πελασγοὶ σύνοικοι ἐγένοντο ἐν τῇ χώρῃ, ὅθεν περ καὶ Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι. ὅστις δὲ τὰ Καβείρων ὄργια μεμύηται, τὰ Σαμοθρήικες ἐπιτελέουσι παραλαβόντες παρὰ Πελασγῶν, οὗτος ὡνὴρ οἶδε τὸ λέγω· τὴν γὰρ Σαμοθρηίκην οἴκεον πρότερον Πελασγοὶ οὗτοι οἵ περ Ἀθηναίοισι σύνοικοι ἐγένοντο, καὶ παρὰ τούτων Σαμοθρήικες τὰ ὄργια παραλαμβάνουσι. ὀρθὰ ὦν ἔχειν τὰ αἰδοῖα τἀγάλματα τοῦ Ἑρμέω Ἀθηναῖοι πρῶτοι Ἑλλήνων μαθόντες παρὰ Πελασγῶν ἐποιήσαντο· οἱ δὲ Πελασγοὶ ἱρόν τινα λόγον περὶ αὐτοῦ ἔλεξαν, τὰ ἐν τοῖσι ἐν Σαμοθρηίκῃ μυστηρίοισι δεδήλωται τὴν γὰρ Σαμοθρηίκην οἴκεον πρότερον Πελασγοὶ», Ἡρόδοτος, Μοῦσαι Ἱστοριῶν, Β΄, «Εὐτέρπη», 51, 1-4.
[35] Α. Τσίντσιφος, Στα βήματα της λατρείας του Αλεξάνδρου και των καβειρίων μυστηρίων (Θεσσαλονίκη: χ.ε. 2016), 56.
[36] «Ὃ μὲν δὴ τοιαῦτα πολλὰ ἐς Πέρσας τε καὶ τοὺς συμμάχους ἐξεμαίνετο, μένων ἐν Μέμφι καὶ θήκας τε παλαιὰς ἀνοίγων καὶ σκεπτόμενος τοὺς νεκρούς. ὣς δὲ δὴ καὶ ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρὸν ἦλθε καὶ πολλὰ τῷ ἀγάλματι κατεγέλασε. ἔστι γὰρ τοῦ Ἡφαίστου τὤγαλμα τοῖσι Φοινικηίοισι Παταΐκοισι ἐμφερέστατον, τοὺς οἱ Φοίνικες ἐν τῇσι πρῴρῃσι τῶν τριηρέων περιάγουσι. ὃς δὲ τούτους μὴ ὄπωπε, ὧδε σημανέω· πυγμαίου ἀνδρὸς μίμησις ἐστί. ἐσῆλθε δὲ καὶ ἐς τῶν Καβείρων τὸ ἱρόν, ἐς τὸ οὐ θεμιτόν ἐστι ἐσιέναι ἄλλον γε ἢ τὸν ἱρέα· ταῦτα δὲ τὰ ἀγάλματα καὶ ἐνέπρησε πολλὰ κατασκώψας. ἔστι δὲ καὶ ταῦτα ὅμοια τοῖσι τοῦ Ἡφαίστου· τούτου δὲ σφέας παῖδας λέγουσι εἶναι», Ἡρόδοτος, ΜοῦσαιἹστοριῶν, Γ΄, «Θάλεια», 37.
[37] «Ἑξῆς Νέα πόλις ἐστὶ καὶ νῆσος Θάσος ἣν βάρβαροι τὸ πρότερον ὤκουν, ὡς λόγος, ἔπειτα Φοίνικες μετὰ Κάδμου καὶ Θάσου ἐκ τῆς Ἀσίας διαβάντες», Ψευδο-Σκύμνος,Περιήγησις, 659-662. Βλ. και ἐς μὲν δὴ τὸν Τέλλιν τοσοῦτον ἤκουσα ὡς ὁ ποιητὴς Ἀρχίλοχος ἀπόγονος εἴη τρίτος Τέλλιδος, Κλεόβοιαν δὲ ἐς Θάσον τὰ ὄργια τῆς Δήμητρος ἐνεγκεῖν πρώτην ἐκ Πάρου φασίν», Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, Ι΄, «Φωκικὰ, Λοκρῶν Ὀζόλων», 28, 3.
[38] «λέγεται δὲ καὶ τάδε ὑπὸ Ἑλλήνων, ὡς Ἥρα ῥίψαι γενόμενον Ἥφαιστον, ὁ δέ οἱ μνησικακῶν πέμψαι δῶρον χρυσοῦν θρόνον ἀφανεῖς δεσμοὺς ἔχοντα, καὶ τὴν μὲν ἐπεί τε ἐκαθέζετο δεδέσθαι, θεῶν δὲ τῶν μὲν ἄλλων οὐδενὶ τὸν Ἥφαιστον ἐθέλειν πείθεσθαι, Διόνυσος δὲ— μάλιστα γὰρ ἐς τοῦτον πιστὰ ἦν Ἡφαίστῳ—μεθύσας αὐτὸν ἐς οὐρανὸν ἤγαγε», Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, Α΄, «Ἀττικὰ», 1, 20.
[39] «Εἶτεν πελαγία Λῆμνος, Ἡφαίστου τροφὸς, ἥν ὁ Διονύσου πρῶτος οἰκίζει Θόας», Ψευδο-Σκύμνος, Περιήγησις, 643-644.
[40] «Καὶ το ἐν Δωδώνῃ δὲ μαντεῖον ἅπασι τοῖς χρησμοῖς κελεύει θύειν Ἀχελῴῳ», σχόλιο στo «Ἀχελώϊος», Ὅμηρος, Ἰλιὰς, Ραψωδία Φ΄, 194, στο «Εἰς τὴν Φ'», στο Scholiain Homeri Iliadem, Ι. Ed. E. Bekker (Berlin: G. Reimeri, 1825), 574. Βλ. και «ἐκαλεῖτο δὲ Θόας ὁ Ἀχελῶος πρότερον», Στράβων, Γεωγραφικὰ, Ι΄, 2, 1. Πρβλ. και «argentum invenit erichthonius atheniensis, ut alii, Aeacus; auri metalla et flaturam Cadmus Phoenix ad Pangaeum montem, ut alii, Thoas aut Aeacus in Panchaia aut Sol Oceani filius, cui gellius medicinae quoque inventionem ex metallis assignat», Plinius Gaius Secundus, Naturalis Historia, VII, 80 (ή 197).
[41] «Ἀργεῖοι πολιοῦχον αὑτοῖς τὴν Ἥραν ἡγοῦντο καὶ διὰ τοῦτο καὶ πανήγυριν αὐτῇτεταγμένην ἄγουσιν», Παλαίφατος, Περὶ ἀπίστων, ΝΑ΄, «Περὶ Ἥρας».
[42] «Οἱ δὲ Σικελιῶται, νῆσον ἱερὰν Δήμητρος καὶ Κόρης οἰκοῦντες», ΔιόδωροςΣικελιώτης, Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη, Βίβλος Ε΄, 69.
[43] «Ζεὺς δ' οὐκ ἀνίησιν, ἀλλ' ὅ μέγιστον ὄρος ἐπιβάλλει Τυφῶνι τὴν Αἴτνην καὶαὐτῷ φύλακα τὸν Ἥφαιστον ἐπὶ τῶν ἄκρων ἐφίστησιν· ὁ δ' ἐνειρείσας τοὺς ἄκμοναςαὐτοῦ τῷ τραχήλῳ διάπυρον ἐργάζεται μύδρον», Ἀντωνῖνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεωνσυναγωγὴ, ΚΗ΄, «Τυφών».
[44] «oὐκ εἴρηκε τίνος Μουσῶν ὁ Ῥῆσος ἦν παῖς. Κλειοῦς μέντοι λέγουσιν αὐτὸνεἶναι, καθάπερ Μαρσύας ὁ νεώτερος ἐν τῷ Μακεδονικῶν ἱστοριῶν γράφων οὕτως∙ "εἰσὶ δὲοἳ καὶ περὶ τούτου εἶπον [τοῦτον] Κλειὼ τὴν θεὸν ὑπὸ τοῦ Στρυμόνος ἐκ τοῦ χοροῦ τῶνΜουσῶν νυμφευθῆναι τεκνῶσαί τε τὸν Ῥῆσον", Schwartz E (ed.), Scholia in Euripidem,Σχόλια εἰς Ῥῆσον, σχόλιο στο «Ἥκεις, ὦ ποταμοῦ παῖ», Ῥῆσος, 346 (Berlin: G. Reimer, 1887), 335. Πρβλ. και «Ὀρφεὺς ἐκ Καλλιόπης ἢ Κλειοῦς», Scholia in Iliadem (Venetus A: Marcianus Graecus Z), f. 134v.
[44] «Εὐτέρπης δὲ καὶ ποταμοῦ Στρυμόνος ῾Ρῆσος», Ἀππολόδωρος, Βιβλιοθήκη Α', 3, 4.
[45] «Δωριεῖ λαῷ ταμιευομέναν ἐξ Αἰακοῦ· τὸν παῖς ὁ Λατοῦς εὐρυμέδων τεΠοσειδᾶν, Ἰλίῳ μέλλοντες ἐπὶ στέφανον τεῦξαι, καλέσαντο συνεργὸν τείχεος, ἦν ὅτι νινπεπρωμένον ὀρνυμένων πολέμων πτολιπόρθοις ἐν μάχαις λάβρον ἀμπνεῦσαι καπνόν.Γλαυκοὶ δὲ δράκοντες, ἐπεὶ κτίσθη νέον, πύργον ἐσαλλόμενοι τρεῖς, οἱ δύο μὲν κάπετον,αὖθι δ᾽ ἀτυζομένω ψυχὰς βάλον· εἷς δ᾽ ἀνόρουσε βοάσαις. Ἔννεπε δ᾽ ἀντίον ὁρμαίνωντέρας εὐθὺς, Ἀπόλλων· Πέργαμος ἀμφὶ τεαῖς, ἥρως, χερὸς ἐργασίαι ἁλίσκεται· ὣς ἐμοὶφάσμα λέγει Κρονίδα πεμφθὲν βαρυγδούπου Διός· οὐκ ἄτερ παίδων σέθεν, ἀλλ᾽ ἅμαπρώτοις ῥάζεται καὶ τερτάτοις», Πίνδαρος, Ὀλυμπιόνικοι, Η΄, 30-46.
[46] καὶ γὰρ ὃ θαυμάζων ἧστο πτόλεμόν τε μάχην τε ὑψοῦ ἐπ᾽ ἀκροτάτης κορυφῆςΣάμου ὑληέσσης Θρηϊκίης· ἔνθεν γὰρ ἐφαίνετο πᾶσα μὲν Ἴδη, φαίνετο δὲ Πριάμοιοπόλις καὶ νῆες Ἀχαιῶν», Ὅμηρος, Ἰλιὰς, Ραψωδία Ν΄, 11-14.
[47] «Ποσιδήϊον δὲ, τὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἱερόν, οὗ ἡ προπαραλήγουσα, διὰ τοῦ ἰῶταγράφεται, ὡς ἀποδραμόντος ἐκ τῆς διφθόγγου τοῦ ˉε, καθὰ ἐν τοῖς τοῦ περιηγητοῦγέγραπται. ἁπλοῦν δὲ τοῦ ποσιδήϊον παραγώγου ὀνόματος, ἢ τὸ ποσιδεῖονπροπερισπωμένως ὡς τὸ Ἰσεῖον καὶ εἰδωλεῖον καὶ Ἡρακλεῖον ἃ δηλοῖ ναὸν Ἴσιδος καὶεἰδώλων καὶἩρακλέους, ἢ προπαροξυτόνως Ποσείδιον. ὥσπερ φασὶ καὶ Ἀπολλώνιονβραχέως, ἱερὸν Ἀπόλλωνος.καὶ Ποσειδώνιον, τὸ τοῦ Ποσειδῶνος… Τὸ δὲ ἀμφὶς, ἀντὶτοῦ κύκλῳ», Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, «Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν»,σχόλιο στο «ἴδρις, ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη», σχόλιο στο «ἔνθα δέ τέ σφ᾽ἀγορὴ καλὸν Ποσιδήιον ἀμφίς», Ζ΄ 266, στο Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis: Commentarii ad Homeri Odysseam, I, (Lipsiae: J. A. Weigel 1825) 252.
[48] Τοὺς δὲ περιληφθέντας προσαναδραμεῖν εἰς τοὺς ὑψηλοτέρους τῆς νήσουτόπους· τῆς δὲ θαλάττης ἀναβαινούσης ἀεὶ μᾶλλον, εὔξασθαι τοῖς θεοῖς τοὺςἐγχωρίους, καὶ διασωθέντας κύκλῳ περὶ ὅλην τὴν νῆσον ὅρους θέσθαι τῆςσωτηρίας, καὶ βωμοὺς ἱδρύσασθαι, ἐφ´ ὧν μέχρι τοῦ νῦν θύειν· ὥστ´ εἶναι φανερὸν ὅτιπρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ κατῴκουν τὴν Σαμοθρᾴκην», Διόδωρος Σικελιώτης, ἹστορικὴΒιβλιοθήκη, Βίβλος Ε΄, 47.
[49] «Στην Πέλλα και στην Αμφίπολη δεν κόβονταν μόνο τα νομίσματα του μονάρχη, αλλά κατασκευάζονταν μεταξύ άλλων αγγεία από χρυσό, αργυρό και χαλκό», Π. Γ. Θέμελης, «Μεταλλοτεχνία Μακεδονική» στο Π. Αδάμ – Βελένη (επιμ.), Μύρτος: Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου (Θεσσαλονίκη: ΥΠΠΟ - ΑΠΘ, 2000), 500. Βλ. και «quam praeda Macedonica omnis, ut uiseretur, exposita, statuarum tabularumque <et> textilium et uasorum ex auro et argento et aere et ebore factorum ingenti cura in ea regia, ut non in praesentem modo speciem, qualibus referta regia Alexandreae erat, sed in perpetuum usum fierent. Haec in classem inposita deuehenda Romam Cn. Octauio data. Paulus benigne legatis dimissis transgressus Strymonem mille passuum ab Amphipoli castra posuit; / than they were in the display of the spoils from Macedonia these were all laid out to view-statues, pictures, woven fabrics, articles in gold, silver, bronze and ivory wrought with consummate care, all of which had been found in the palace, where they had not been intended, like those which filled the palace at Alexandria, for a moment's ornament but for constant and lasting use. They were all placed on board the fleet under the charge of Cnaeus Octavius to be transported to Rome. After taking a friendly leave of the various deputations Paulus crossed the Strymon and fixed his camp a mile distant from Amphipolis», Titus Livius, Ab urbe condita Libre, XLV, 33, 5-7.
[50] «ἀνθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος, Βάκχου προφήτης, ὅς γε Παγγαίουπέτραν», Εὐριπίδης, Ῥῆσος, 971-972.
[51] Ἐν δὲ Σαμοθρᾴκῃ χρηστηριαζομένῳ αὐτῷ», Πλούταρχος, Ηθικά -Ἀποφθεύγματα Λακωνικὰ, 229d.
[52] «τρόπους τε πολλοὺς μαντικῆς ἐστοίχισα...ἔνερθε δὲ χθονὸς κεκρυμμέν᾽, ἀνθρώποισιν ὠφελήματα, χαλκόν, σίδηρον, ἄργυρον, χρυσόν τε τίς φήσειεν ἂν πάροιθεν ἐξευρεῖν ἐμοῦ;», Αἰσχύλος, Προμηθεὺς Δεσμώτης, 484 και 500-503.
[53] Ι. Λενάρδος, «Μεταλλεία και Μαντεία στην Αρχαιότητα – Συμβολή στην Ιστορία της Αρχαίας Μεταλλείας» (Διδ. Διατριβή: ΕΜΠ, 2011), 44 κ.ε.
[54] «Δήμητρος δ' οὖν Καβειραίοις δῶρόν ἐστιν ἡ τελετή», Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, Θ΄, « Βοιωτικὰ», 25, 6.
[55] «Πρῶτον μὲν εὐχῇ τῇδε πρεσβεύω θεῶν τὴν πρωτόμαντιν Γαῖαν· ἐκ δὲ τῆς Θέμιν, ἣ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδ᾽ ἕζετο μαντεῖον, ὡς λόγος τις», Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, 1-4. Βλ. και «τῇ μὲν οὖν ὀρειβασίᾳ τὸ μεταλλευτικὸν καὶ τὸ θηρευτικὸν καὶ ζητητικὸν τῶν πρὸς τὸν βίον χρησίμων ἐφάνη συγγενές, τῶν δ᾽ ἐνθουσιασμῶν καὶ θρησκείας καὶ μαντικῆς τὸ ἀγυρτικὸν καὶ γοητεία ἐγγύς. τοιοῦτον δὲ καὶ τὸ φιλότεχνον μάλιστα τὸ περὶ τὰς Διονυσιακὰς τέχνας καὶ τὰς Ὀρφικάς», Στράβων, Γεωγραφικὰ, Ι΄, 3.23.
[56] «ὃς παραλαβὼν παρὰ τοῦ πατρὸς χρυσᾶ μὲν καὶ ἀργυρᾶ ἐκπώματα ὀλίγα͵ τάλαντα δὲ οὐδὲ ἑξήκοντα ἐν τοῖς θησαυροῖς͵ χρεῶν δὲ ὀφειλόμενα ὑπὸ Φιλίππου ἐς πεντακόσια τάλαντα͵ δανεισάμενος ἐπὶ τούτοις αὐτὸς ἄλλα ὀκτακόσια ὁρμηθεὶς ἐκ τῆς χώρας τῆς γε οὐδὲ ὑμᾶς αὐτοὺς βοσκούσης καλῶς εὐθὺς μὲν τοῦ Ἑλλησπόντου ὑμῖν τὸν πόρον θαλασσοκρατούντων ἐν τῷ τότε Περσῶν ἀνεπέτασα», Ἀρριανός, ἈνάβασιςἈλεξάνδρου, Ζ΄, 9.6-7.
[57] «κενοὶ δ´ οἱ Φιλίππου θησαυροὶ χρημάτων, καὶ προσῆν ἔτι δάνειον, ὡς Ὀνησίκριτος ἱστορεῖ, διακοσίων ταλάντων», Πλούταρχος, Ἠθικὰ - Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς – Λόγος Α΄, 327d.
[58] «ταῖς δὲ Βαίαις συνεχὴς ὅ τε Λοκρῖνος κόλπος καὶ ἐντὸς τούτου ὁ Ἄορνος χερρόνησον ποιῶν τὴν ἀπολαμβανομένην μέχρι Μισηνοῦ γῆν ἀπὸ τῆς μεταξὺ Κύμης καὶ αὐτοῦ. λοιπὸς γάρ ἐστιν ὀλίγων σταδίων ἰσθμὸς διὰ τῆς διώρυγος ἐπ΄ αὐτὴν Κύμην καὶ τὴν πρὸς αὐτῆι θάλατταν. ἐμύθευον δ΄ οἱ πρὸ ἡμῶν ἐν τῶι Ἀόρνωι τὰ περὶ τὴν νέκυιαν τὴν Ὁμηρικήν· καὶ δὴ καὶ νεκυομαντεῖον ἱστοροῦσιν ἐνταῦθα γενέσθαι καὶ Ὀδυσσέα εἰς τοῦτ΄ ἀφικέσθαι…καὶ εἰσέπλεόν γε προθυσάμενοι καὶ ἱλασάμενοι τοὺς καταχθονίους δαίμονας͵ ὄντων τῶν ὑφηγουμένων τὰ τοιάδε ἱερέων ἠργολαβηκότων τὸν τόπον. ἔστι δὲ πηγή τις αὐτόθι ποτίμου ὕδατος ἐπὶ τῆι θαλάττηι· τούτου δ΄ ἀπείχοντο πάντες τὸ τῆς Στυγὸς ὕδωρ νομίσαντες· καὶ τὸ μαντεῖον ἐνταῦθά που ἵδρυται· τόν τε Πυριφλεγέθοντα ἐκ τῶν θερμῶν ὑδάτων ἐτεκμαίροντο τῶν πλησίον τῆς Ἀχερουσίας. Ἔφορος δὲ τοῖς Κιμμερίοις προσοικειῶν τὸν τόπον φησὶν αὐτοὺς ἐν καταγείοις οἰκίαις οἰκεῖν ἃς καλοῦσιν ἀργίλλας͵ καὶ διά τινων ὀρυγμάτων παρ΄ ἀλλήλους τε φοιτᾶν καὶ τοὺς ξένους εἰς τὸ μαντεῖον δέχεσθαι πολὺ ὑπὸ γῆς ἱδρυμένον· ζῆν δ΄ ἀπὸ μεταλλείας καὶ τῶν μαντευομένων͵ καὶ τοῦ βασιλέως ἀποδείξαντος αὐτοῖς συντάξεις. Εἶναι δὲ τοῖς περὶ τὸ χρηστήριον ἔθος πάτριον μηδένα τὸν ἥλιον ὁρᾶν͵ ἀλλὰ τῆς νυκτὸς ἔξω πορεύεσθαι τῶν χασμάτων· καὶ διὰ τοῦτο τὸν ποιητὴν περὶ αὐτῶν εἰπεῖν ὡς ἄρα «οὐδέ ποτ΄ αὐτοὺς ἠέλιος φαέθων ἐπιδέρκεται». Ὕστερον δὲ διαφθαρῆναι τοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ βασιλέως τινός͵ οὐκ ἀποβάντος αὐτῶι τοῦ χρησμοῦ͵ τὸ δὲ μαντεῖον ἔτι συμμένειν μεθεστηκὸς εἰς ἕτερον τόπον», Στράβων,Γεωγραφικὰ, Ε΄, 4, 5.
[59] «τοὺς τῆς Φερσεφόνης θησαυροὺς ἀνασπάσας καὶ τὰ χρήματα συλήσας ἀπήνεγκε. Τῶν δὲ Λοκρῶν ἀγανακτούντων ἐπὶ τούτοις… Καὶ γὰρ ἐπιφανέστατον τῶν κατὰ τὴν Ἰταλίαν ἱερῶν τοῦτ' εἶναι λέγεται καὶ διὰ παντὸς ἁγνὸν ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων τετηρῆσθαι», Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη, Βίβλος ΚΖ΄, 4. Βλ. και Κ. Κόττης, Αμφίπολη και οίκηση, θεολογία Αιακιδών και η ερμηνευτική προσέγγιση του ψηφιδωτού του Καστά(Θεσσαλονίκη: 2016), 33-36.
[60] «ἐνσχερὼ ἑζόμενοι· πρυμνήσια δέ σφισιν Ἄργος λῦσεν ὑπὲκ πέτρης ἁλιμυρέος. ἔνθ᾽ ἄρα τοίγε κόπτον ὕδωρ δολιχῇσιν ἐπικρατέως ἐλάτῃσιν. ἑσπέριοι δ᾽ Ὀρφῆος ἐφημοσύνῃσιν ἔκελσαν νῆσον ἐς Ἠλέκτρης Ἀτλαντίδος, ὄφρα δαέντες ἀρρήτους ἀγανῇσι τελεσφορίῃσι θέμιστας σωότεροι κρυόεσσαν ὑπεὶρ ἅλα ναυτίλλοιντο» , Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος, Ἀργοναυτικὰ, Α΄, 912-918.
[61] «Ἀλέξανδρος ὅτι τῷ γένει πρὸς πατρὸς μὲν ἦν Ἡρακλείδης ἀπὸ Καράνου, πρὸς δὲ μητρὸς Αἰακίδης ἀπὸ Νεοπτολέμου, τῶν πάνυ πεπιστευμένων ἐστί. λέγεται δὲ Φίλιππος ἐν Σαμοθρᾴκῃ τῇ Ὀλυμπιάδι συμμυηθείς», Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι -Ἀλέξανδρος, 2, 1. Βλ. και «λέγεται δέ ποτε καὶ Ὀλυμπιάδα τὴν ἐπὶ τοῖς Ἀλεξάνδρου τόκοις εὐδαίμονα, ὀργιάζουσαν τὰ Καβείρων ἐν Σαμοθρᾴκῃ μυστήρια, ἰδεῖν κατὰ τὴν τελετὴν τὸν Φίλιππον – ἦν δὲ ὑπηνήτης ἔτι – , ἰδοῦσάν τε ἐρασθῆναι τοῦ νεανίσκου καὶ ὁμολογῆσαι τὸν γάμον, προτέλειά τε ποιησαμένην τοῦ γαμηλίου πυρὸς τὰ μυστήρια», Ἱμέριος, «Εἰς Σεβῆρον ἐπιθαλάμιος» στο Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Μυριόβιβλος ή Βιβλιοθήκη, PG103, 1352Β. Πρβλ. και «ποταμὸν δὲ Ὑδραώτην ὑπερβάντες καὶ πλείω ἔθνη ἀμείψαντες ἐγένοντο πρὸς τῷ Ὑφάσιδι, στάδια δὲ ἀπέχοντες τούτου τριάκοντα βωμοῖς τε ἐνέτυχον, οἷς ἐπεγέγραπτο ΠΑΤΡΙ ΑΜΜΩΝΙ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΙ ΑΔΕΛΦΩΙ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΙ ΚΑΙ ΔΙΙ ΟΛΥΜΠΙΩΙ ΚΑΙ ΣΑΜΟΘΡΑΙΞΙ ΚΑΒΕΙΡΟΙΣ ΚΑΙ ΙΝΔΩΙ ΗΛΙΩΙ ΚΑΙ ΔΕΛΦΩΙ ΑΠΟΛΛΩΝΙ, φασὶ δὲ καὶ στήλην ἀνακεῖσθαι χαλκῆν, ᾗ ἐπιγεγράφθαι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΝΤΑΥΘΑ ΕΣΤΗ», Φλάβιος Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, Β΄, 43.
[62] H. W. Pleket, & R. S. Stroud, «Samothrace. Dedicatory inscription of a Doric building, 323-316 B.C.», HESPERIA 37 (1968), 222 και στο SEG 29-800 (1979).
[63] SEG 29-795 (1979).
[64] Χρ. Βεληγιάννη, «Θεοῖς Μεγάλοις: Νέα αναθηματική επιγραφή», στο Τεκμήρια, τ. 6 (Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη: 2001), 14-21.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...