Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Ἡ συγγένειά μας μὲ τὸν Θεὸ


π. Ἀνδρέας Ἀγαθοκλέους

Ὅταν ἔλθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή, κάνει φυσικῶς τὸν ἄνθρωπο συγγενῆ μὲ τὸ Θεὸ σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ ἡ ψυχὴ φωνάζει μὲ μεγάλη κι ἀναμφίβολη βεβαιότητα πρὸς τὸν Κύριο: Πατέρα!

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ὁσίου Γέροντα Σωφρονίου τοῦ Essex, δὲν ἐκφράζει μόνο τὴν προσωπική του ἐμπειρία ἀλλὰ καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι οἰκεῖος μὲ τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ πίστη ποὺ περιορίζει τὸ Θεὸ στὰ ὕψη, ἔξω ἀπό μᾶς, ἀπόμακρο, αὐστηρὸ καὶ ἀπρόσιτο, στὴν πραγματικότητα ἐνθαρρύνει τὴ μοναξιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴ μιζέρια του.



Ἡ προσκόλληση, ἀπὸ τὴν ἄλλη, σ’ ἕνα Θεὸ παντοδύναμο, καλοσυνάτο καὶ βολικό, ἐξυπηρετεῖ νευρωτικὲς ἀνάγκες ποὺ δείχνουν ἀνασφάλειες καὶ ἀρρωστημένους συναισθηματισμούς.

Ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ ἀγάπη ποὺ σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιαιτερότητά μας καὶ ἐπιθυμεῖ τὴ δημιουργία ἀληθινῆς σχέσης.

Ἡ ἐγγύτητα μὲ τὸ Θεό, ὡς παιδὶ μὲ πατέρα, δείχνει τὸ πόσο ὁ δικός μας Θεὸς διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχουν γιὰ τὸ Θεὸ οἱ διάφορες θρησκεῖες καὶ αἱρέσεις.

Ὅπως καὶ παλιά, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀντίληψης, ταλαιπωροῦνται οἱ ἄνθρωποι μὲ φοβίες, ἐνοχὲς καὶ ἀντιπαλότητες.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχουν ὁμολογιακὰ Ὀρθόδοξοι ποὺ θεωροῦν τὸ Θεὸ ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι τὸν θεωρεῖ ἡ Ὀρθοδοξία.

Αὐτό, βέβαια, πηγάζει καὶ ἀπὸ τὴ λανθασμένη κατήχηση, ἀπὸ ἀνθρωπομορφισμοὺς ποὺ στηρίζονται σὲ τραυματικὲς προσωπικὲς ἐμπειρίες ἀπὸ θρησκευτικὲς ἐπιδράσεις.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο στηρίζεται στὴν ἐμπειρία. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πληροφορεῖ τὸν ἄνθρωπο ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ ὡς υἱό, ὡς οἰκεῖο καὶ συγγενῆ.

Τότε ἀποκτᾶται μιὰ ἄλλη σχέση μαζί Του, μιὰ οἰκειότητα καὶ χαρὰ γι’ αὐτὸ ποὺ τοῦ δίνεται ὡς δῶρο: νὰ λέει καὶ νὰ βιώνει τὸ Θεὸ «Πατέρα».

Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, ὁ ἀγώνας ποὺ ἀπαιτεῖται, ἡ προσευχή, ὁ ἐκκλησιασμός, ἡ μετάνοια, ἡ νηστεία καὶ ὅ,τι ἡ πνευματικὴ ζωὴ συνεπάγεται, γίνονται χωρὶς πίεση, ὄχι ὡς καθῆκον ἀλλὰ ὡς ἐσωτερικὴ ἀνάγκη.

Ἡ ζωὴ μὲ τὶς δυσκολίες της γίνεται ἁπλή, αὐξάνονται οἱ εὐλογίες καὶ οἱ χαρές, γιατί ἀναγνωρίζονται πιὸ ἄνετα ἀπὸ πρίν.

Εἶναι λυπηρὸ νὰ ζεῖ κανεὶς χρόνια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ μὴν βιώνει τὴ στενὴ σχέση μὲ τὸ Θεό, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Αὐτὸ δείχνει μιὰ προσκόλληση στὸ «γράμμα τοῦ νόμου», πού, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ μπορεῖ νὰ βοηθᾶ στὴν προσαρμογή, στὴ συνέχεια πνίγει τὸ πρόσωπο καὶ δὲν τὸ ἀφήνει ν’ ἀναπτύξει μιὰ ὥριμη σχέση μὲ τὸ Χριστό.

Τὸ σημεῖο τῆς ἀγαπητικῆς σχέσης μὲ τὸ Χριστὸ ποὺ δείχνει πνευματικὴ ὡριμότητα βρίσκεται στὴ συγχωρητικότητα, τὴν ἐπιείκεια, τὴν κατανόηση, τὴ συμπαράσταση, τὴν ἀνεκτικότητα.

Ἡ οἰκειότητα καὶ ἡ «συγγένεια» μὲ τὸ Θεὸ φαίνεται στὴν ἀπόκτηση τῶν δικῶν Του ἰδιοτήτων ποὺ κυρίως εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση.

Τότε γινόμαστε, χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ τὸ ἐπιδιώκουμε, πρόσωπα ποὺ ἀναπαύουν τοὺς ἄλλους, ποὺ προκαλοῦν χαρὰ καὶ ἐλπίδα ὡς «συμπολίται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΚΥΡΙΑΚΗ
Τριμηνιαίο Ὀρθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό
Ἔτος Α΄, Ἀριθ. Φύλλου 4, Ἰούνιος – Ἰούλιος 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

skaleadis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...