Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Mάθημα Γενικών Αξιών για τη Γη

Οι πολιτισμοί, τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος, που διατηρούν πιστεύω και πρακτικές που βασίζονται σε μια σχέση σεβασμού με τον φυσικό κόσμο έχουν κοινές κοσμολογικές αξίες, έχουν κοινές κοινωνικές πρακτικές. Οι πρακτικές αυτές, μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα διότι αποτελούν το μοντέλο κοινωνικών δομών που ονειρευόμαστε, που προσπαθούμε –συνήθως ανεπιτυχώς, να αναπαράγουμε. Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι ζουν σε στενή σχέση με τη Γη; Η κοινωνία που διαμορφώνουμε θα είναι πιθανολογώ συμμετοχική, δημοκρατική, θα διέπεται από αρχές ισότητας, οι άνθρωποι θα έχουν ελεύθερο χρόνο, θα είναι οικολογική και βιώσιμη. Όπως η μεστή ολότητα του φυσικού κόσμου, τέτοιου είδους πρακτικές διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από την ψυχική κατάσταση των ανθρώπων, που πηγάζει από υγιείς ψυχές και που ταυτόχρονα προστατεύουν από το να αναδυθούν ψυχολογικές διαστροφές, όπως οι καταχρήσεις και η κακομεταχείριση.


Κατασκευάζοντας γυαλί στα Νησιά του Σολομώντα

Η πλήρης συμμετοχή στην ζωή και την επιβίωση της ομάδας είναι μια από αυτές τις πρακτικές. Σε πολιτισμούς που βασίζονται στη φύση, ο κάθε ένας σχεδόν είναι ένας ειδικός, ή τουλάχιστον έχει τις ικανότητες να εκτελέσει σχεδόν κάθε μια από τις εργασίες της ομάδας. Αντιθέτως, ελάχιστοι από εμάς έχουμε τις ικανότητες, και ακόμη λιγότεροι είμαστε ειδικοί στο να εκτελέσουμε, λίγες και άνευ σημασίας εργασίες που συμβάλλουν στην λειτουργία της κοινωνίας μας. Και, ακόμη χειρότερα, καθώς οι τεχνολογίες μας γίνονται όλο και πιο σύνθετες και η κοινωνία μας γίνεται όλο και πιο κατακερματισμένη, γινόμαστε όλο και λιγότερο ικανοί. Μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό από εμάς γνωρίζει πώς να εγγράψει μια τηλεοπτική εκπομπή σε βίντεο/dvd, να επιδιορθώσει μια ηλεκτρονική συσκευή, ή να κατανοήσει μια ειδοποίηση ότι κέρδισες το λαχείο. «Αυτό είναι το σχέδιο για ένα βομβαρδιστικό Β-1», είπε η Κάντις Μπέργκεν (σ.τ.μ. Αμερικανίδα ηθοποιός) το 1993 σε μια διαφήμιση σε τηλεοπτικά κανάλια για κινητά. «Αυτό είναι το σχέδιο για το DNA και είναι ένα σχέδιο για το απώτερο μέλλον. Τι το κοινό έχουν; Δεν μπορείς να κατανοήσεις ούτε μια από αυτές!». Εν τω μεταξύ, οι μόνες δραστηριότητες τις οποίες μοιάζει να έχουμε κοινές είναι η κατανάλωση (το «σόπινγκ»), η οδήγηση και η παρακολούθηση τηλεόρασης. Αυτή η στενωπός δεν έχει σχέση με το πώς εξελίχθηκε το ανθρώπινο είδος.

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Στάνλευ Ντάιαμοντ, ο μέσος άνδρας της αφρικανικής φυλής κυνηγών-τροφοσυλλεκτών-βοσκών Νάμα είναι «ένας ειδικός σε θέματα κυνηγιού, ένας ικανός παρατηρητής της φύσης, ένας χειροτέχνης που μπορεί να κατασκευάσει μια σειρά εργαλείων και όπλων, ένας κτηνοτρόφος που γνωρίζει τις συνήθειες και τις ανάγκες του κοπαδιού, ένα άτομο με άμεση συμμετοχή σε μια ποικιλία τελετουργικών και τελετών της φυλής του, και μάλλον θα κατέχει καλά τους θρύλους, τους μύθους και τις παροιμίες της φυλής του.» Ο Ντάιαμοντ συνεχίζει: «Ο μέσος πρωτόγονος άνθρωπος είναι πιο ολοκληρωμένος, στην κυριολεξία, από τους περισσότερους πολιτισμένους ανθρώπους. Συμμετέχει περισσότερο και πιο άμεσα στις πολιτιστικές δυνατότητες που του προσφέρονται, όχι σαν καταναλωτής και όχι διαμέσου αντιπροσώπου, αλλά με ενεργή συμμετοχή, και ως ολοκληρωμένο άτομο.»(1)

Η Φράνσις Χάργουντ έμαθε γύρω από την συμμετοχή αυτή στα κοινά, στη διάρκεια της έρευνάς της στα Νησιά του Σολωμόντα στις αρχές της δεκαετίας του ’60.(2) Μια μέρα, διηγείται, μια ομάδα κατοίκων την επισκέφθηκε στην καλύβα της. Κάθισαν κατάχαμα, σε στρώματα από γρασίδι και της είπαν: «Από τότε που ήρθες εδώ, μας ρωτάς πολλά πράγματα. Τώρα, θα θέλαμε να μας απαντήσεις εσύ σε κάτι.» Η Χάργουντ ζωήρεψε με ενδιαφέρον. «Παρακαλώ…», είπε ένας από τα μέλη της φυλής καθώς σήκωσε ένα αντικείμενο από γυαλί (ποτήρι) που είχε φέρει μαζί της εκείνη, «πες μας πως κατασκευάζεται αυτό;». «Χμμ, ε να….», μουρμούρισε, προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να εξηγήσει την διαδικασία. «Είναι αρκετά εύκολο. Παίρνεις την άμμο, και την ζεσταίνεις με φωτιά, και μετά φτιάχνεις ένα καλούπι μέσα στο οποίο χύνεις το γυαλί.» «Χα-χα!», αναφώνησαν οι κάτοικοι του νησιού, κουνώντας με ενθουσιασμό τα κεφάλια τους, και δίνοντας το αντικείμενο από γυαλί από χέρι σε χέρι. «Τότε θα σε συναντήσουμε αύριο στην παραλία το ξημέρωμα – και θα μας δείξεις πως γίνεται.»

Η Χάργουντ είχε μείνει έκπληκτη. Ήδη, προσπαθούσε να επικοινωνήσει σε μια γλώσσα που κατείχε ελάχιστα, και ένιωθε την αποτυχία στο να περιγράψει τόσο δαιδαλώδη φαινόμενα, όπως η βιομηχανική επεξεργασία, η εργοστασιακή κατασκευή και ο καταμερισμός εργασίας. Οι επισκέπτες της δεν κατάλαβαν τίποτε από όσα τους εξηγούσε. Κατάλαβαν όμως ότι δεν μπορούσε να τους συναντήσει στην ακτή. Στη συνέχεια, διέδωσαν στην κοινότητα ότι ο πραγματικός λόγος που η Χάργουντ είχε έρθει εκεί ήταν πως την ξαπόστειλαν από τον τόπο καταγωγής της γιατί ήταν ανίκανη και ακαμάτρα ακόμη και για να εκτελέσει την πιο απλή εργασία του πολιτισμού της.

Σχηματισμοί στον αέρα

Η δημοκρατία είναι η δεύτερη πρακτική που είναι κοινή στους πολιτισμούς που βασίζονται στη φύση. Σε ένα δημοκρατικό σύστημα κάθε μέλος της ομάδας έχει την δυνατότητα να συμμετέχει στην λήψη αποφάσεων. Όλοι μας το υποστηρίζουμε αυτό. Οι κραυγές για δημοκρατία που το 1989 ακούστηκαν σε όλο τον κόσμο από την Ανατολική Ευρώπη, την Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, και οι ψυχικές δονήσεις που προκάλεσαν σε εκατομμύρια άλλους, ήταν μια από τα πιο παθιασμένες εκδηλώσεις του 20ου αιώνα. Όμως, η πραγματικά ικανοποιητική συμμετοχική δημοκρατία μοιάζει πάντα να μας ξεφεύγει, ακόμη και για όσους ζουν σε μια από τις «μεγάλες» δημοκρατίες που εμφανίστηκαν με τον Διαφωτισμό.

Η ουσία του ζητήματος είναι ένας παράγοντας που δεν τον έχουμε σε μεγάλη υπόληψη, η κλίμακα. Η δημοκρατία αυτομάτως καταλύεται όταν η κοινωνία γίνεται πολυάριθμη ώστε να είναι αδύνατη η ενεργή συμμετοχή του κάθε ατόμου στα κοινά. Όπως δηλώνει ο αυστριακός πολιτικός φιλόσοφος Λέοπολντ Κορ, «Όταν κάτι είναι λάθος, τα μεγέθη είναι μεγάλα».(3) Σε ένα πιο χιουμοριστικό σχόλιο για τις δισκίνητες ιεραρχίες και γραφειοκρατίες που αναπτύσσονται ακόμη και στις δημοκρατίες με τις πιο καλές προθέσεις, ο κοινωνικός κριτικός Κιρκπάτρικ Σέιλ γράφει, «Αν ένα ποντίκι ήταν τόσο μεγάλο όσο ένας ελέφαντας, θα έπρεπε να μετατραπεί σε ελέφαντα – θα έπρεπε να αναπτύξει τέτοια χαρακτηριστικά, όπως βαριά κοντόχοντρα πόδια για να αντέχει το απίστευτο βάρος του».(4)

Οι μικρές κοινωνίες, που όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους είναι ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό των κοινωνιών που βασίζονται στη φύση, μάλιστα είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό τους. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Τζόζεφ Μπέρντσελ, πεντακόσιοι άνθρωποι είναι μια κοινότητα-μοντέλο στους Αβορίγινες της Αυστραλίας, που βασίζονται στη φύση, με δεκαπέντε ως πενήντα μέλη ανά λωρίδα γης εντός της ευρύτερης κοινωνίας των πεντακοσίων ανθρώπων.(5) Την εποχή της έλευσης του Κολόμβου στην Βόρειο Αμερική, υπολογίζεται πως πενηνταέξι άνθρωποι αντιστοιχούσαν σε κάθε πενήντα τετραγωνικά μίλια στην ακτογραμμή της Καλιφόρνια. Στα νότιοδυτικά ο αριθμός ήταν δεκατέσσερεις, ενώ στα ανατολικά του Μισσισσιππί μόλις εννέα.(6) Ο μέσος αριθμός των ανθρώπων ανά τετραγωνικό μίλι σε όλες τις καταγεγραμμένες ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών είναι ένας. (σ.τ.μ !)(7)

Η λήψη αποφάσεων με δημοκρατικό τρόπο είναι, επίσης, ένα κοινό χαρακτηριστικό στους λαούς που βασίζονται στη φύση. Λόγω της συνεχούς επαφής πρόσωπο με πρόσωπο, καθώς και της ύπαρξης συμβουλίων για τη λήψη αποφάσεων σε ορισμένες κοινότητες, κάθε μέλος έχει τη δυνατότητα να συζητήσει, να κάνει προτάσεις, να τον ακούσουν οι υπόλοιποι, και να συμμετέχει στην καθοδήγηση της ομάδας. Στη φυλή Μπαμπούτι (σ.τ.μ. Bambuti) (πυγμαίοι) του Αφρικανικού Κονγκό, οι διαπροσωπικές έριδες και οι πράξεις βίας διευθετούνται χωρίς κάποιον εμφανή επίσημο μηχανισμό. Ο καθένας μπορεί να συζητήσει οποιοδήποτε θέμα που αφορά την κοινότητα, και ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει στην εξεύρεση λύσεων. Κάθε διαφορά επιλύεται με το που προκύπτει, σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση της, και η ευθύνη για την απονομή δικαιοσύνης πάντα θεωρείται ότι βαραίνει την κοινότητα στο σύνολό της.(8) Σε πολλές ομάδες που βασίζονται στη φύση, επειδή κάθε μέλος ηλικίας άνω των δώδεκα ετών είναι σε θέση να επιβιώσει στην άγρια φύση μόνο του ή να ενταχθεί σε μια άλλη ομάδα, μπορεί επιλέξει να φύγει, αν δεν του αρέσει μια απόφαση. Κυριαρχεί μια αίσθηση της ελευθερίας που μπορούμε να εννοήσουμε δύσκολα: κάθε άτομο μπορεί να ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του ή να υπερασπιστεί αυτό που πιστεύει, και λόγω αυτής της αίσθησης της ελευθερίας και της ευθύνης ταυτόχρονα, υπάρχει ελάχιστος μιμητισμός, εξεγέρσεις ή εθισμός στα παιχνίδια εξουσίας που καθορίζουν την πολιτική στη μαζική κοινωνία.

Ο εκφυλισμός της έννοιας αυτής της ελευθερίας φαίνεται να είναι μια σχετικά πρόσφατη κατάσταση, ένα υποπροϊόν που οφείλεται στην εμφάνιση του πολιτισμού με την τάση της για –αναμφισβήτητα– αντιδημοκρατικά «βαριά κοντόχοντρα πόδια» στην μεγάλης κλίμακας κοινωνική οργάνωση: τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό του πληθυσμού, τον καταμερισμό εργασίας, την κοινωνική ιεράρχηση και την συγκεντρωτική εξουσία. Στο διάσημο βιβλίο του, «In the Absence of the Sacred» (σ.τ.μ. «Ελλείψει Ιερού»), ο Τζέρυ Μάντερ μάς υπενθυμίζει, ότι όταν οι Ευρωπαίοι άποικοι έφθασαν στις ακτές της Βόρειας Αμερικής κουβαλούσαν μαζί τους μια βαθιά λαχτάρα για δημοκρατία. Όμως, έχοντας ζήσει στις καταπιεστικές μοναρχίες της Ευρώπης, δεν είχαν καμία εμπειρία στην οικοδόμηση της δημοκρατίας και καμία εμπειρία στη διαχείριση της. Ευτυχώς γι’ αυτούς, όταν οι Ευρωπαίοι άποικοι προέβησαν σε διαπραγματεύσεις με τους Ινδιάνους, το έκαναν συχνά κατά τον «Ινδιάνικο τρόπο»: με δημοκρατικά, συναινετικά συμβούλια.(9) Στο τέλος, οι πρόγονοι των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν σφυρηλατήσει ένα αμερικανικό σύνταγμα, με βάση τις αρχές του Διαφωτισμού και των Κουακέρων, αλλά κυρίως με βάση τους τρόπους που είχαν μάθει, Θεός φυλάξοι, από τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες.

Η ιδέα ότι η δημοκρατία ασκείται καλύτερα από τις φυλές που βασίζονται στη φύση, έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψή μας για αυτούς τους «πρωτόγονους» πολιτισμούς. Ειδικότερα, είναι ενάντιο στις αντιλήψεις μας, για τους αρχηγούς και τους μάγους-θεραπευτές που νομίζουμε ότι εξουσιάζουν τις ινδιάνικες φυλές. Στις κοινότητες που βασίζονται στη φύση οι αρχηγοί είναι σπάνια οι καταπιεστικοί, αυταρχικοί εξουσιαστές που θεωρούμε ότι είναι. Η ιεραρχία δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, αποκρυσταλλωμένη, ή απαραίτητη. Μάλιστα, σε ορισμένες ομάδες, όπως οι Μπαμπούτι (Bambuti), δεν υπάρχουν αρχηγοί και ούτε επίσημα συμβούλια, ούτε ενόρκοι και δικαστήρια. Όπως το θέτει η συγγραφέας για τη φύση Ντολόρες Λασαπέλ, «Ακριβώς όπως ένα σμήνος πουλιών κάνει σχηματισμούς στον αέρα, όπου κανένα δεν είναι ο αρχηγός και κανένα δεν είναι ο ακολουθητής, αλλά όλα μαζί πετούν αρμονικά».(10)

Στις κοινότητες που έχουν ορίσει ηγέτες, έχουν επιλεγεί ώστε να συνενώνουν φατρίες, οικογένειες, ή φυλετική κληρονομιά. Ο ορισμός κάποιου ως «αρχηγού» δεν σημαίνει ότι τού παραδίδεται η εξουσία. Είναι μια πράξη αυτοσεβασμού από τη μεριά της κοινότητας. Η ηγεσία μπορεί, επίσης, να είναι περιστασιακή, με αρχηγούς που επιλέγονται για τις ικανότητές τους ως διαμεσολαβητές και δάσκαλοι ή για τις γνώσεις τους στην ιατρική, την αλιεία, ή τις τελετουργίες. Οι Ινδιάνοι των κοιλάδων της Βόρειας Αμερικής είχαν κυριολεκτικά δεκάδες αρχηγούς, και ανάλογα με την εποχή ή την περίσταση, άλλαζε ο βαθμός της ισχύος που αναγνωρίζονταν στον κάθε έναν. Οι αρχηγοί δεν θεωρούνταν ποτέ ισόβιοι. Εκτελούσαν τα καθήκοντά τους για όσο χρονικό διάστημα τα ασκούσαν ορθά, με αποδοχή από την υπόλοιπη φυλή και για όσο διατηρούσαν την πλήρη υποστήριξη της. Οι δυτικοί άνθρωποι δεν το γνωρίζαμε κατ’ ανάγκη αυτό, φυσικά, επειδή ιστορικά αναζητούσαμε και εκτιμούσαμε μόνο τους πολέμαρχους.

Ο ανθρωπολόγος Φράνσις Χάξλευ διηγείται μια θαυμάσια ιστορία σχετικά με την αυτόχθονη σχέση με την ηγεσία.(11) Λόγω ενός επείγοντος ιατρικού περιστατικού, ένας Αμερικανός φίλος του Χάξλευ, επίσης ανθρωπολόγος, μετέφερε έναν Ινδιάνο από τις πνιγηρός ερημιές της Κοιλάδας Ξινγκού (σ.τ.μ. Xingu Valley) στη Βραζιλία στις πολυσύχναστες «ερημιές» του Σάο Πάολο. Το έτος ήταν 1955, και ό,τι ακολούθησε ήταν μια αρχετυπική στιγμή: ο φυσικός πρωτόγονος άνθρωπος συναντά την Νεωτερικότητα, τον σύγχρονο Πολιτισμό. Δεδομένου ότι οι δύο άνδρες πέρασαν μέσα από δρόμους με πανύψηλα κτίρια, κυκλοφοριακή συμφόρηση και καυσαέρια, και τα ηλεκτρισμένα πλήθη, και κατέφθασαν έξω από μια τεράστια τράπεζα. Δύο φύλακες στέκονταν στην είσοδό της, ο κάθε ένας φορώντας μια σούπερ-μοντέρνα στρατιωτική στολή, μαύρες σαν της Γκεστάπο μπότες και κρατώντας ένα αυτόματο όπλο. Ο αυτόχθονας προβληματίστηκε από αυτό το θέαμα, δεν είχε δει ποτέ κάτι παρόμοιο, και ρώτησε τι θα μπορούσε να είναι. Ο αμερικάνος ανθρωπολόγος αιφνιδιάστηκε από την πρόκληση της περιγραφής του οικονομικού συστήματος του κράτους-έθνους σε έναν κυνηγό-τροφοσυλλέκτη, τα βρήκε σκούρα, τραύλισε και έξυσε το κεφάλι του, όπως ακριβώς είχε κάνει και η Χάργουντ. Τέλος, εξήγησε ότι αυτό το μέρος ήταν ένα «σπίτι», όπου «ο αρχηγός» φυλάει τα «πλούτη». Ο Ινδιάνος μπερδεύτηκε περισσότερο. Αποσβολωμένος, έξυσε το κεφάλι του, και στη συνέχεια δήλωσε: «Λοιπόν, αν χρειάζεται αυτό το κτίριο τόση πολύ φύλαξη, δεν μπορεί να είναι και πολύ καλός αρχηγός».

Το κολιέ της Ντιν

Μια τρίτη κοινή πρακτική των πολιτισμών που βασίζονται στη φύση είναι η ισότητα των φύλων. Αυτό είναι σαφώς ένα θέμα συναισθηματικά φορτισμένο και γεμάτο αντιφάσεις για μας, και που αφορά σε πολλές από τις εξαρτήσεις από τις οποίες μαστιζόμαστε σαν κοινωνία –αλληλο-εξάρτηση, εθισμός στο σεξ, εθισμός στο φλερτ, βία κατά των γυναικών– όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από τις προβληματικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Για αιώνες, πιθανόν από την αρχή αυτών των επώδυνων διαστροφών της ανθρώπινης ύπαρξης, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μια υποδεέστερη θέση στην κοινωνία, ζητούν μεγαλύτερη αποτίμηση της συνεισφοράς τους, μεγαλύτερη ελευθερία να εκφραστούν, και μεγαλύτερη ασφάλεια. Οι άνδρες έκαναν περισσότερο χρόνο να αφυπνιστούν σχετικά με τους περιορισμούς των σημερινών ορισμών του ανδρισμού, πιθανώς επειδή η προφανής θέση που τους αποδίδεται έχει τυφλώσει την ικανότητα τους να αναγνωρίζουν τον πόνο και τους περιορισμούς που έχουν αποδεχτεί. Στη δεκαετία του 1970, όμως, οι άνδρες άρχισαν να συνειδητοποιούν και να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν, με οργή και θλίψη, την ανάγκη τους για πλήρη ανθρωπιά.

Μπορούμε, λοιπόν, να αναρωτηθούμε, αν υπάρχει εδώ μια βαθιά και καθολική τάση. Αν η ανάγκη για ίσες ευκαιρίες, για συμμετοχή και οφέλη δεν ήταν ριζωμένη στην αρχέγονη μήτρα μας, θα μπορούσαμε απλά να δεχτούμε κάθε ορισμό που μας επιβλήθηκε ή ρόλο που μας έχει ανατεθεί, ασχέτως πόσο περιοριστικός ή καταπιεστικός είναι. Όμως, η πρώτη έκρηξη δυσαρέσκειας στην εποχή μας λέει ότι στο βάθος, γυναίκες και άνδρες αποτελούνται από περισσότερα από ό,τι υπαγορεύουν οι σημερινές κοινωνικές δομές.

Τα στοιχεία που συλλέγουμε από τους πολιτισμούς που βασίζονται στη φύση ενισχύουν αυτό το συμπέρασμα. Ακριβώς όπως τα τιρκουάζ κολιέ του Λάρυ Έμερσον αντιπροσωπεύουν διαφορετικές αλλά ίσες αξίες για άνδρες και γυναίκες, έτσι και τα δύο φύλα στις περισσότερες κοινωνίες που βασίζονται στη φύση εστιάζουν σε διαφορετικά καθήκοντα και τρόπους έκφρασης –ενώ μοιράζονται ίσες ευκαιρίες συμμετοχής και συγκρίσιμες κοινωνικές θέσεις. Μια λεπτομέρεια που αξίζει της προσοχής μας: οι αντιλήψεις των διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν είναι τόσο καθορισμένες όπως σε μας, οι περιορισμοί δεν είναι τόσο σαφείς. Οι γυναίκες είναι τόσο τρυφερές όσο και δυναμικές. Είναι δυνατές σωματικά, ταξιδεύουν στην περιοχή ελεύθερα, και μπορούν να έχουν επαφή με άλλες φυλές. Οι άνδρες έχουν επαφή με τον εσωτερικό ψυχισμό τους, όπως ακριβώς και με τη γη πάνω στην οποία κυνηγούν και συμμετέχουν ανοιχτά στη φροντίδα των παιδιών της ομάδας. Πιθανώς λόγω του βιολογικού ρόλου των γυναικών στον τοκετό και στις απαρχές της ανατροφής των παιδιών, η κύρια διαφορά στους ρόλους είναι μια καλά καθορισμένη κατανομή όσον αφορά την παροχή τροφής –με τις γυναίκες να ασχολούνται με τη συλλογή τροφίμων φυτικής προέλευσης και τους άνδρες με το κυνήγι των ζώων.

Μια απλή σχέση σεβασμού μεταξύ των δύο φύλων φαίνεται να επικρατεί. Η ιστορία του Χάξλευ σχετικά με τον Αμερικανό ανθρωπολόγο φίλο του και την Ινδιάνικη Κοιλάδα Xingu Valley στο Σάο Πάολο, επίσης, αγγίζει το θέμα αυτό.(12) Και συνεχίζει την διήγηση: Καθώς οι δύο άνδρες βάδισαν στον δρόμο φεύγοντας από την τράπεζα, πέρασαν μπροστά από αρκετές γυναίκες που περπατούσαν με ψηλοτάκουνα και κολλητές φούστες, που μετέφεραν παραγεμισμένες τσάντες, με τα πρόσωπά τους γεμάτα ρουζ, σκιές ματιών και κραγιόν και ο Ινδιάνος, μην έχοντας και πάλι ποτέ δει κάτι τέτοιο πριν, σταμάτησε απότομα στο πεζοδρόμιο. «Αυτό είναι αηδιαστικό», είπε. «Τα πρόσωπά τους! Τα σώματά τους! Οι γοφοί τους πηγαίνουν στραβά! Ακούστε», συνέχισε στον αμερικάνο σύντροφό του, «γιατί δεν μπορείτε απλά να έρθετε πίσω στη ζούγκλα μαζί μου και μπορείτε να είστε με την αδερφή μου, και δεν θα πω σε κανέναν για τα αηδιαστικά πράγματα που είδαμε!».

Εκτός από τη χάρη που εκπέμπουν οι άνθρωποι που βασίζονται στη φύση, η οποία προέρχεται μέσα από τη σεξουαλική τους φύση, υπάρχει, επίσης, τεράστια ελευθερία στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Οι περισσότερες σχέσεις σε αυτές τις κοινωνίες συνάπτονται με ελεύθερη επιλογή και διαλύονται από επιλογή, δεν υφίστανται στη θέση τους με συμβόλαια, συμβάσεις, και κοινωνικές πιέσεις. «Οι δεσμεύσεις είναι προσωπικές, δεν είναι επίσημες και θεσμοθετημένες, ούτε διέπονται από νόμους», αναφέρει ο ανθρωπολόγος Πήτερ Γουίλσον. «Οι σχέσεις ενεργοποιούνται και παίρνουν ζωή από την εγγύτητα, και η εγγύτητα καθορίζεται από την αγάπη και τη φιλικότητα.»(13) Ομοίως, οι δεσμοί μεταξύ των συζύγων δεν είναι τυπικοί ή απόλυτοι. Κατ ’αρχάς, η ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών δεν εμπίπτει σε μεγάλο βαθμό σε κάθε απομονωμένη πυρηνική οικογένεια, αλλά είναι περισσότερο ένα κοινό έργο. Και η ευθύνη για κάθε παιδί δεν διαρκεί καμιά εικοσαριά χρόνια. Συνήθως, δεν διαρκεί περισσότερο από έξι ή επτά. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει η πίεση για τις γυναίκες και τους άνδρες να πρέπει να μένουν κλειδωμένοι μαζί στις άκαμπτες συμβάσεις του γάμου. Αν μένουν μαζί, το κάνουν επειδή το επιθυμούν.

Νωχελικός Άγριος

Μια τέταρτη κοινή κοινωνική πρακτική στις κοινωνίες που βασίζονται στη φύση αφορά τον ελεύθερο χρόνο. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει εργασιομανία (σ.τ.μ. Workaholism). Φαίνεται δεν είναι τυχαίο ότι τα σύγχρονα σώματά μας επαναστατούν ενάντια στη βιασύνη του ωραρίου εργασίας, εμφανίζοντας καρδιακές προσβολές, προβλήματα στη μέση, καρκίνους και γρίπες που εμφανίζονται τόσο συχνά ώστε να θεωρούνται «φυσιολογικά». Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που έγινε από την Louis Harris and Associates, η μέση εβδομάδα εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες στη δεκαετία του 1980 ήταν σαράντα επτά ώρες, όταν ήταν απλώς οριακά πάνω από σαράντα ώρες μια δεκαετία νωρίτερα. Το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας αναφέρει ότι περίπου 6 εκατομμύρια εργαζόμενοι άνδρες και 1 εκατομμύριο γυναίκες χτυπάνε κάρτα για περισσότερες από εξήντα ώρες την εβδομάδα.(14) (Καμία από αυτές τις στατιστικές δεν περιλαμβάνει τις επιπλέον ώρες που πολλές γυναίκες, και ορισμένοι άνδρες, σπαταλούν για δουλειές στα σπίτια και την ανατροφή των παιδιών τους.)

Ο δημοσιογράφος Κεντ ΜακΝτούγκαλ μπαίνει στην ουσία αυτής της στενωπού σε μια σειρά άρθρων στους Los Angeles Times με τίτλο «Η Βιαστική Κοινωνία.» «Πίσω στο 1609, όταν οι Algonquin Ινδιάνοι ανακάλυψαν τον Χένρυ Χάντσον να πλέει επάνω στον ποταμό τους», γράφει:

«Ζούσαν από το «λίπος» της γης. Ζούσαν τόσο καλά κι όμως εργάζονταν τόσο λίγο, που οι εργατικοί Ολλανδοί τους θεώρησαν ως νωχελικούς άγριους και σύντομα αντικατέστησαν την καλή ζωή τους με την φεουδαρχία. Σήμερα, κατά μήκος του ποταμού Χάντσον στη Νέα Υόρκη, οι δήθεν ελεύθεροι πολίτες σε μια από τις πλουσιότερες κοινωνίες στην ιστορία του κόσμου, εργάζονται περισσότερο και σκληρότερα από κάθε Algonquin ινδιάνο, τρέχοντας γύρω γύρω σαν τα ποντίκια που βρίσκονται παγιδευμένα σε ένα λαβύρινθο, αποφεύγοντας τα αυτοκίνητα, τα φορτηγά, τα λεωφορεία, τα ποδήλατα, καθώς και κάθε τι άλλο, και χορεύουν σε ένα ξέφρενο ρυθμό που προορίζεται να οδηγήσει πολλούς σε πρόωρο θάνατο από το άγχος και την πίεση».(15)

Σύμφωνα με μια μελέτη που διεξήχθη από τους ερευνητές Φρέντερικ ΜακΚάρθυ και Μάρκαρετ ΜακΆρθουρ, η μέση εργάσιμη ημέρα για τους άνδρες στις αυτόχθονες κοινότητες στη Δυτική Άρνεμ Χώρα (στμ. Arnhem Land), στην Αυστραλία, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως το κυνήγι και η επισκευή εργαλείων, αγγίζει μέχρι και τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά, ενώ για τις γυναίκες, για τη συλλογή των φυτών και την παρασκευή τροφίμων, η μέση εργάσιμη ημέρα είναι τρεις ώρες και πενήντα λεπτά.(16) Ο ανθρωπολόγος Ρίτσαρντ Λη περιγράφει στην έκθεσή του ότι στην Αφρική, η μέση εργάσιμη εβδομάδα ενός αυτόχθονα Ντόμπ Μπούσμαν (Dobe Bushman=βουσμάνος της Μποτσουάνας) είναι δεκαπέντε ώρες, ή δύο ώρες και εννέα λεπτά την ημέρα –με μόλις το 65 τοις εκατό του πληθυσμού να εργάζεται. «Μια γυναίκα συγκεντρώνει σε μια μέρα αρκετά τρόφιμα για να ταΐσει την οικογένειά της για τρεις ημέρες», εξηγεί ο Λη, και περνά το υπόλοιπο του χρόνου της να ξεκουράζεται στον οικισμό, να κεντά, να επισκέπτεται άλλους οικισμούς ή να ψυχαγωγεί επισκέπτες. Κατά τη διάρκεια κάθε μέρας που περνά στο σπίτι, οι ρουτίνες της κουζίνας, όπως το άλεσμα σιτηρών, το σπάσιμο των καρπών (καρυδιών), η συλλογή καυσόξυλων και το κουβάλημα του νερού, καταλαμβάνουν μία έως τρεις ώρες από το χρόνο της. Αυτός ο ρυθμός της σταθερής εργασίας και σταθερής αναψυχής διατηρείται όλο το χρόνο. Οι άνδρες κυνηγοί τείνουν να εργάζονται πιο συχνά από τις γυναίκες, αλλά το πρόγραμμά τους είναι ευέλικτο. Δεν είναι ασυνήθιστο για έναν άνδρα να κυνηγήσει με μεγάλη ένταση για μια εβδομάδα και στη συνέχεια, να μην πάει σε κανένα κυνήγι για δύο ή τρεις εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, κάνουν επισκέψεις και ψυχαγωγούνται, ιδιαίτερα με τον χορό. Αυτές είναι οι κύριες δραστηριότητες των ανδρών.(17)

Πολλά καρύδια Μονγκόνγκο (σ.τ.μ. Mongongo)

Ένα άλλο όφελος του φυσικού τρόπου ζωής είναι η καλή διατροφή. Νευροφυσιολογικές μελέτες μας λένε ότι οι χημικές ανισορροπίες που προκύπτουν από την κακή διατροφική πρόσληψη θέτουν συχνά τα θεμέλια για, ή επιδεινώνουν, τις ψυχολογικές ανισορροπίες που εκδηλώνονται ως εθισμός σε ουσίες και συμπεριφορές, ενώ η υπερβολική κατανάλωση τροφών όπως η ζάχαρη και η καφεΐνη προσθέτει μόνο σε αυτό το φαύλο κύκλο. Ωστόσο, στην τεχνολογική κοινωνία, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι είμαστε μαγικά ευλογημένοι με ατελείωτες πυραμίδες από εξωτικά φρούτα –βλ. γκρέιπφρουτ, βουνά από τηγανητό κοτόπουλο, και τόνους στιγμιαίο καφέ, ενώ οι αυτόχθονες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση υποσιτισμού, αν όχι λιμού, και ανταγωνίζονται με νύχια και με δόντια για λίγη τροφή.

Η αλήθεια είναι, ότι εμείς οι Δυτικοί έχουμε χάσει την προγονική μας γνώση για το πώς να επιβιώσουμε στη γη. Ένας υπόγειος φόβος ότι δεν θα έχουμε αρκετά τρόφιμα διακατέχει την πολιτισμένη ψυχή μας, που εκφράζεται έμμεσα με προσωπικά και πολιτιστικά μηνύματα των οποίων τα βαθύτερα νοήματα θα προτιμούσαμε να παραβλέψουμε. Καθαρίστε το πιάτο σας! Σκεφτείτε τα πεινασμένα παιδιά στην Κίνα! Μειώστε τη χοληστερόλη! Αποφύγετε το Alar (νταμινοζίδη)! Μαγειρέψτε από τις τέσσερις ομάδες τροφίμων! Φάτε Φαστ Φουντ! Τρελαίνομαι για παγωτό! Στη δεκαετία του 1950, το μεγάλο βραβείο του εθνικού διαγωνισμού ήταν μέσα σε τρία λεπτά να γυρνάς στο σούπερ μάρκετ με ένα άδειο καλάθι αγορών και να αρπάξεις όσο περισσότερο φαγητό ήταν δυνατόν, και η εικόνα στις τηλεοπτικές οθόνες γέμιζε από μανιακές νοικοκυρές που παραγέμιζαν με γαλοπούλες τα καροτσάκια τους και μας έκανε όλους να αισθανόμαστε αναζωογονημένοι – και νευρικοί. Η ανησυχία σχετικά με το φαγητό εκφράζεται επίσης και με την επιδημία διατροφικών διαταραχών όπως η ανορεξία, η βουλιμία, η υπερκατανάλωση τροφής και οι συνεχείς δίαιτες.

Από την εποχή που ο Κολόμβος έφτασε στη Βόρεια Αμερική, ένα ποσοστό 75 τοις εκατό του οικοσυστήματος της άγριας φύσης έχει εξαλειφθεί. Αρχικά, το 95 τοις εκατό της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης ήταν καλυμμένο με πλούσια δασική έκταση, από το Μέλανα Δρυμό μέχρι τις ιταλικές Άλπεις. Το ποσοστό αυτό είναι τώρα 20 τοις εκατό. Δέκα χιλιάδες χρόνια πριν, η Κίνα καλύπτονταν κατά 70 τοις εκατό από δάση. Σήμερα το ποσοστό αυτό είναι 5 τοις εκατό.(18) Η πανάρχαια έννοια ότι η φύση παρέχει την τροφή έχει δικαίως χαθεί, και δικαίως φοβόμαστε για το πώς θα εξασφαλίσουμε το επόμενο γεύμα μας. Όπως γράφει ο Μάρσαλ Σάλινς στο βιβλίο του «Πρωτόγονα Οικονομικά» (σ.τ.μ. Stone Age Economics) «το ένα τρίτο έως το ήμισυ της ανθρωπότητας λέγεται ότι πεινούν κάθε βράδυ. Περίπου είκοσι εκατομμύρια μόνον στις ΗΠΑ… Αυτή είναι η εποχή της πρωτοφανούς πείνας. Τώρα, στην εποχή της μεγαλύτερης τεχνικής δύναμης, η πείνα είναι ένα θεσμικό όργανο».(19) Πράγματι, ζώντας στον απόηχο της Πράσινης Επανάστασης της δεκαετίας του 1970, όπου η τεχνολογία αποτελεί την κινητήριο δύναμη, γίναμε μάρτυρες της αύξησης του λιμού, της πείνας, της εξάρτησης εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από τρόφιμα που στέλνονται από αέρος και συσσίτια, μείωση της θρεπτικής ποιότητας όλων των τροφίμων, και μια συνολική απώλεια της δυναμικής της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.

Αντίθετα, οι άνθρωποι που πράγματι βασίζονται στη φύση έχουν να διαλέξουν από μια ποικιλία από πηγές τροφίμων, και η ταυτόχρονη κατάρρευση όλων των πόρων είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί. Η ανησυχία για την τροφή είναι σπάνια, και όταν εμφανίζεται, είναι συνήθως εποχιακή. Στο βιβλίο του «Υγεία και Άνοδος του Πολιτισμού» (σ.τ.μ. Health and the Rise of Civilisation) o Μαρκ Νέιθαν Κοέν αναφέρει ότι οι προμήθειες τροφίμων μεταξύ των ανθρώπων που βασίζονται στη φύση είναι συνήθως πλούσιες και αξιόπιστες, ενώ η πείνα μπορεί να επέλθει, αλλά είναι σπάνια.(20) Σίγουρα υπήρξαν δύσκολοι καιροί και αβεβαιότητα, αλλά οι λαοί που βασίζονται στη φύση χωρίς το ασφυκτικό καπέλωμα του πολιτισμού έχουν την τάση να θεωρούν ότι, δεδομένου πως τα τρόφιμα είναι διαθέσιμα σε αφθονία, η αποθήκευση είναι περιττή, δηλαδή πως η ίδια η φύση αποθηκεύει τροφή για τους ανθρώπους, που απλά πρέπει να ξέρουν πώς να τη βρουν. Δένδρο Pau d’Arco. Μούρα Rubus spectabilis. Άγρια Γαλοπούλα. Αρτεμισία. Λουλούδι Γιούκα. Τζίντζερ Τζαμάικας. Ίσως η δήλωση ενός αφρικανού Βουσμάνου της Μποτσουάνα να τα λέει όλα: «Γιατί θα πρέπει να φυτεύουμε όταν υπάρχουν τόσα πολλά καρύδια μονγκόνγκο στον κόσμο;».(21)

Στη συνέχεια, υπάρχει το θέμα της ποιότητας. Ο ανθρωπολόγος Πήτερ Φαρμ γράφει ότι οι λαοί που πραγματικά βασίζονται στη φύση είναι «από τους ανθρώπους που διατρέφονται καλύτερα στη Γη, αλλά και πιο υγιεινά»:(22) Είναι αυτονόητο ότι όσοι ζουν στην άγρια φύση τρώνε βιολογικά τρόφιμα, απαλλαγμένα από χημικά συντηρητικά, φυτοφάρμακα και άλλα πρόσθετα. Περιγραφές από τη διατροφή αυτών των λαών ανά τον κόσμο αποκαλύπτουν ότι ταιριάζουν απόλυτα με τα πρότυπα του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας της Αμερικής για την κατανάλωση βιταμινών, μετάλλων και πρωτεϊνών,(23) ενώ η διάβρωση της ποιότητας της διατροφής τους συμβαίνει συνεχώς, όταν ξένοι εισβάλλουν, και φέρνουν την τεχνολογική γεωργία, την κτηνοτροφία, ή την εξόρυξη, καθώς και τη δημιουργία δικτύων εμπορίου και τον σύγχρονο πολιτισμό.

Επίσης, λόγω της υγιεινής διατροφής τους, του χαλαρού τρόπου ζωής, και των καθαρών περιχώρων, οι άνθρωποι αυτοί δεν πάσχουν από σύγχρονες ασθένειες όπως ο καρκίνος, η στεφανιαία νόσος, η υπέρταση και ο διαβήτης. Η υψηλή χοληστερόλη τούς είναι άγνωστη. Μελέτες των απομονωμένων πληθυσμών στη Νότια Αμερική αποκαλύπτουν ότι μολυσματικές ασθένειες όπως η γρίπη, η παρωτίτιδα, η πολιομυελίτιδα, η ευλογιά, προκύπτουν μεν αλλά δεν μεταδίδονται σε ποσοστό επιδημίας από μικρές, αυτόνομες ομάδες. Η αρτηριακή πίεση είναι συνήθως χαμηλή. Και οι εντερικές διαταραχές, όπως η σκωληκοειδίτιδα, οι εγκολπώσεις και ο καρκίνος του εντέρου είναι σπάνιες –έως ότου οι εν λόγω ομάδες εισάγονται στην πολιτισμένη διατροφή.(24) Σύμφωνα με τον Γερμανό γιατρό του 19ου αι., Σάμιουελ Χάνεμαν, ιδρυτή της ομοιοπαθητικής ιατρικής, τα βασικά «μιάσματα» ή ενεργειακά πρότυπα της αδυναμίας που αποτελούν τη βάση των σύγχρονων ασθενειών δεν είχαν καν εμφανιστεί στην ανθρώπινη ιστορία ωσότου να πάψουν οι ανθρώπινες κοινωνίες να βασίζονται στη φύση και να αρχίσουν να βασίζονται στον πολιτισμό.(25)

Αντισυλληπτικά στο ισχίο σας

Μια έκτη κοινή πρακτική των πολιτισμών που βασίζονται στη φύση είναι ένας σχετικά σταθερός πληθυσμός. Στο σύγχρονο κόσμο, ο ανθρώπινος πληθυσμός είναι εκτός ελέγχου, και μαζί με αυτή την έκρηξη της ανθρωπότητας, η ικανότητα της βιόσφαιρας μας για τη διατήρηση της ζωής έχει φθάσει σε ένα οριακό σημείο. Το 1992, η αμερικανική Εθνική Ακαδημία Επιστημών και η Βρετανική Βασιλική Εταιρεία εξέδωσαν την πρώτη κοινή τους έκθεση, προειδοποιώντας: «Εάν οι πρόσφατες προβλέψεις της αύξησης του πληθυσμού αποδειχθούν ακριβείς και τα πρότυπα της ανθρώπινης δραστηριότητας στον πλανήτη παραμένουν αμετάβλητα, τόσο η επιστήμη όσο η τεχνολογία μπορεί να μην είναι σε θέση να αποτρέψουν είτε την μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του περιβάλλοντος είτε την συνέχιση της φτώχειας για ένα μεγάλο μέρος του κόσμου».(26)

Δεδομένου ότι ο τρέχον παγκόσμιος πληθυσμός προσεγγίζει τα 6 δισεκατομμύρια, οι άνθρωποι παντού σε όλο τον κόσμο λιμοκτονούν –σε «υπανάπτυκτες» περιοχές, όπως το Μπαγκλαντές και η Νικαράγουα, σε «αναπτυσσόμενες» χώρες, όπως η Ινδία και η Κίνα, στις βιομηχανικές χώρες, όπως στις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και στους δρόμους των αναπτυγμένων πόλεων όπως η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Προβλέψεις από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για τις δραστηριότητες του πληθυσμού εκτιμούν ότι ο συνολικός ανθρώπινος πληθυσμός θα αυξηθεί, πριν από την τελική εκτίναξη, στον απίστευτα μεγάλο αριθμό των 16 δισεκατομμυρίων.(27)

Σύμφωνα με την ινδή φυσικό Βαντάνα Σίβα, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού είναι χαρακτηριστικό των μη ασφαλών, μη βιώσιμων κοινωνιών αλλά και της «μετατόπισης, της στέρησης, της αποξένωσης των ανθρώπων από τη βάση επιβίωσής τους, και της ανισότητας μεταξύ ανδρών-γυναικών».(28) Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφαλαίο, η μετάβαση από την νομαδική αναζήτησης τροφής στον γεωργικό πολιτισμό αποτελεί την απαρχή της «μετατόπισης, της στέρησης, της αποξένωσης των ανθρώπων από τη βάση επιβίωσής τους, και της ανισότητας μεταξύ ανδρών – γυναικών.» Περίπου δέκα χιλιάδες χρόνια πριν, όταν όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες στη Γη βασίζονταν στη φύση, ο παγκόσμιος πληθυσμός είχε σταθεροποιηθεί στα 5 εκατομμύρια.(29) Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Φέκρι Χασάν, η ετήσια αύξηση του πληθυσμού σε εκείνους τους χρόνους κυμάνθηκε από 0,01 έως 0,005 τοις εκατό,(30) ενώ ο πληθυσμός στον σημερινό κόσμο εκτοξεύεται με ένα επιπλέον 95 εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως.(31)

Η ικανότητα να διατηρηθεί η αριθμητική σταθερότητα υπάρχει στην ανθρώπινη ιστορία μόνο στις κουλτούρες που βασίζονται στη φύση. Οι μέθοδοι οικογενειακού προγραμματισμού των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών ήταν επιτυχείς για ένα εκατομμύριο χρόνια, επιτρέποντας στον ανθρώπινο πληθυσμό να αυξάνεται σταδιακά, αλλά χωρίς να ανατρέψει την ικανότητά του να ζήσει με βιώσιμο τρόπο. Η επιτυχία αυτή οφείλεται στον ελέγχο των παραγόντων γονιμότητας που εξελίχθηκε όταν οι άνθρωποι ζούσαν ως νομάδες κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες – και που, χάθηκε όταν κατέφθασε ο πολιτισμός ή, για πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, όταν εισήχθη με τη βία.

Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι ο μακρόχρονος θηλασμός.(32) Όπως έχω αναφέρει, οι γυναίκες στη διάρκεια αναζήτησης τροφής κουβαλούν μαζί τα παιδιά τους, διασχίζοντας ποτάμια και δάση, καθήμενες γύρω από τη φωτιά τα ταΐζουν με το στήθος για τα τρία ή τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Η πρακτική αυτή προσφέρει μια ακόμα πτυχή στη μεστή ολότητα του φυσικού κόσμου: όχι μόνο παρέχει απαραίτητη τροφή για τη σωματική και ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού, αλλά μπορεί να προκαλέσει την έκκριση της ορμόνης της υπόφυσης που καταστέλλει τον εμμηνορροϊκό κύκλο της μητέρας. Όπως το θέτει ο Λη, η συχνή διέγερση του μαστού από το παιδί είναι «μάλλον σαν να κουβαλάνε το αντισυλληπτικό τους στο ισχίο τους».(33)

Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν σε χαμηλά ποσοστά γεννήσεων σε αυτές τις γυναίκες περιλαμβάνουν αισθητά καθυστερημένη έναρξη της εμμήνου ρύσεως, καθώς και εκτεταμένες περιόδους, όπου ο κύκλος του αίματος απλά εξαφανίζεται.(34) Σύγχρονοι ερευνητές αποδίδουν αυτές τις φυσιολογικές συνθήκες, εν μέρει, στην υψηλή σε πρωτεΐνες δίαιτα και τα άπαχα κορμιά των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών γυναικών και, εν μέρει, στις έντονες απαιτήσεις όπως το να περπατούν μεγάλες αποστάσεις, ενώ μεταφέρουν τον εξοπλισμό, τους σωρούς των φυτικών τροφίμων, και τα παιδιά – φυσικές συνθήκες που αναπαράγονται μεταξύ των αθλητριών του σήμερα που αναφέρουν επίσης λιγότερες περιόδους και ακανόνιστο κύκλο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων είναι ότι το μέγεθος της οικογένειας είναι μικρό, οι πιέσεις που συνήθως συνδέουμε με την ανατροφή των παιδιών είναι πιο χαλαρές, και ο πληθυσμός παραμένει σε χαμηλά επίπεδα – γιατί για κάθε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, ένα νέο παιδί έρχεται κάθε πέντε, έξι, ή επτά χρόνια.

Τα περισσότερα από τα δέντρα

Ένα τελευταίο κοινωνικό χαρακτηριστικό της ζωής που βασίζεται στη φύση είναι η οικολογική βιωσιμότητα. Αυτή είναι μια ποιότητα που θέλουμε απεγνωσμένα να επιτευχθεί, αλλά παρ’ όλες τις Παγκόσμιες ημέρες για τη Γης μας, τα οικολογικά μας συνέδρια, τα προγράμματα ανακύκλωσης μας, και τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς μας, παραμένει κάτι το άπιαστο. Όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, η κατάσταση είναι δραματική. Τα είδη των τεχνολογιών που απαιτούνται για να διατηρηθεί ο διαρκώς διευρυνόμενος μαζικός πολιτισμός μας, από την πυρηνική ενέργεια και τα χημικά έως την εξόρυξη και την ηλεκτρομαγνητική, σχεδόν περιβάλλουν όλον τον πλανήτη. Ο εθισμός στον καταναλωτισμό, οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί και η βιομηχανική επέκταση έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις ώστε να θεωρείται φυσιολογική από πολλούς ανθρώπους και σίγουρα από εκείνους που ταυτίζονται με αυτές τις εξελίξεις. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, οι επιστήμονες που μελετούν παγκόσμιες καταστροφές, όπως η αλλαγή του κλίματος, η εξάντληση του στρώματος του όζοντος και η τοξική μόλυνση, έχουν κάνει την εκτίμηση ότι έχουμε μέχρι το έτος 2000, ή ίσως το 2010, για να αντιστρέψουμε τις αντι-οικολογικές πρακτικές που προκαλούν την παγκόσμια καταστροφή.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, όταν δούλευα για να σταματήσει η διάδοση των πυρηνικών όπλων, είχα μια ενοχλητική συνομιλία με έναν διευθύνοντα σύμβουλο μεγάλης εταιρείας. Ενώ ήμασταν για δείπνο ένα καλοκαιρινό βράδυ σε ένα εστιατόριο Hakka στην Chinatown του Σαν Φρανσίσκο, μου είπε, ότι από επιχειρηματικής απόψεως, ο πυρηνικός πόλεμος δεν θα συμβεί μέχρι οι πολυεθνικές εταιρείες να καταφέρουν να εμπορευματοποιήσουν την Κίνα. Μετά από αυτό το επίτευγμα, είπε, δεν θα υπάρχει περισσότερος χώρος στη γη για να την επέκταση της οικονομίας της αγοράς (η οποία πρέπει πάντα, φυσικά, να είναι σε μια κατάσταση επέκτασης), και έτσι δεν θα υπάρχει πια βιώσιμος λόγος για τον άνθρωπο να μείνει ζωντανός. Η γνώμη του αντανακλά το τρέχον ήθος τόσο ενός επεκτατικού τεχνολογικού συστήματος όσο και μιας εθισμένης ψυχής: χρήση των υπαρχόντων πόρων εδώ και τώρα. Όταν τελειώσουν, κάντε ό,τι πρέπει για να βρείτε περισσότερους – χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη οι συνέπειες.

Αντίθετα, οι άνθρωποι που βασίζονται στη φύση ποτέ δεν θα αναγκάσουν τη Γη να παράγει στο μέγιστο επίπεδο, ούτε να επιβάλουν ανακατατάξεις χονδρικού εμπορίου στους ρυθμούς της φύσης και της φυσικής διάταξης. Η δέσμευση για την οικολογική βιωσιμότητα ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε το ανθρώπινο είδος, και η βιώσιμη ζωή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων, την (αυτό)εκτίμηση τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, τη χαλαρή προσέγγιση για την καθημερινή ζωή, το καλό φαγητό, και ένα σταθερό πληθυσμό. Το κλειδί φαίνεται να είναι ότι εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να επιβιώσουμε με επιτυχία σε αυτόν τον πλανήτη μόνο εφ’ όσον η παρουσία μας συμβάλλει και εμπλέκεται με τη ζωή της Γης. Σύμφωνα με τον Μάρσαλ Σάλινς, στους πολιτισμούς που βασίζονται στη φύση, ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με μια μορφή των παραγόντων που είναι το σήμα κατατεθέν του: «η εργατική δύναμη είναι ανεπαρκής, τα τεχνολογικά μέσα δεν χρησιμοποιούνται στο έπακρο, οι φυσικοί πόροι μένουν ανεκμετάλλευτοι… η παραγωγή είναι χαμηλή σε σχέση με τις υφιστάμενες δυνατότητες, η ημέρα εργασίας είναι σύντομη. Ο αριθμός των ημερών των διακοπών υπερβαίνει τον αριθμό των ημερών εργασίας. Ο χορός, η αλιεία, τα παιχνίδια, ο ύπνος και οι τελέτες φαίνεται να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους».(35)

Επιπλέον, οι άνθρωποι που βασίζονται στη φύση προχωρούν παραπέρα όταν οι υπάρχουσες πηγές έχουν φτάσει στα όριά τους, και το όριο αυτό δεν είναι ποτέ το ανώτατο όριο του εδάφους, όπως έχουμε συνηθίσει να το καθορίζουμε. Αντί να κόβουν σύριζα ολόκληρο το δάσος, να σκοτώσουν όλα τα ελάφια, να τσεπώσουν όλα τα κάστανα κάθε καστανιάς, να ξεριζώσουν κάθε άγριο γιαμ, και να πιάσουν κάθε σολομό, κατανοούν ότι με το να αφήσουν τα περισσότερα από τα δέντρα όρθια, τα περισσότερα από τα ζώα να τρέχουν ελεύθερα, να αφήσουν τους περισσότερους καρπούς πεσμένους στο έδαφος, τα περισσότερα από τα λαχανικά να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, και τα περισσότερα από τα ψάρια να κολυμπούν, τιμούν την ιερή ολότητα της φύσης. Όπως και με μια λέξη των ινδιάνων Keres που «δεν διασπάται σε τίποτα,» να ζήσουν με αυτό τον τρόπο είναι η συμμετοχή στη μεγάλη διαδρομή του φυσικού κόσμου. Είναι η ενίσχυση της αφθονίας της Γης και, ταυτόχρονα, η διασφάλιση της βιωσιμότητας, της επιβίωσης και της λογικής της ανθρώπινης κοινότητας.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Chellis Glendinning «My Name is Chellis & I’m in Recovery from Western Civilization», «Το όνομά μου είναι Τσέλις και αναρρώνω από τον Δυτικό Πολιτισμό»)

μετάφραση Κ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Stanley Diamond, In Search of the Primitive (New Brunswick, NJ.: Transaction Books, 1974), 143.
Frances Harwood, conversation, Roosevelt, Tex., 18 May 1992.

Quoted in Robert Dahi and Edward Tuffe, Size and Democracy (Stan- ford, Calif.: Stanford University Press, 1973), 111.
Kirkpatrick Sale, foreword to Leopold Kolir, The Breakdown of Nations (New York: E. P Dutton, 1978), ix-x.
Joseph Birdsell, «Some Predictions for the Pleistocene Based in Equi- librium Systems among Recent Hunter-Gatherers,» in Richard Lee and Irven DeVore, eds., Man the Hunter (Chicago: Aldine Atherton, 1968), 11.
Peter Nabokov, Native American Testimony (New York: Viking, 1991), 4; M. A. Baumlioff, «Ecological Determinants of Aboriginal Califor- nia Populations,» University of California Publications in American Archae- ology and Ethnology, 49, 2 (1963)155-236; and
J. H. Stewart, Theory of Culture Change (Urbana, Illinois: University of Illinois Press, 1955).
Birdsell, «Some Predictions for the Pleistocene;’ 11.
Colin Tumbull, The Forest People (New York: Doubleday Anchor, 1962), chap. 6.
Jerry Mander, In the Absence of the Sacred (San Francisco: Sierra Club Books, 1991), 230-35. See also Robert Venables, «American Indian Influences on the American Founding Fathers,» in Oren Lyons and John Mohawk, eds., Exiled in the Land of the Free (Santa Fe, N. Mex.: Clear Light Publishers, 1992), 73-124.
Dolores LaChapelle, Earth Wisdom (Los Angeles: L.A. Guild of Tudor Press, 1978), 81.
Frances Huxley, conversation, Santa Fe, N. Mex., 4 March 1992.
Huxley, conversation.
Peter Wilson, The Domestication of the Human Species (New Haven, Conn.: Yale University Press, 1988), 33.
Cited in Mander, Absence of the Sacred, 254.
A. Kent MacDougall, «Americans: Life in the Fast Lane/The Harried Society;» Los Angeles Times, 17-19 April 1983.

16.Frederick McCarthy and Margaret McArthur, «The Food Quest and the Time Factor in Aboriginal Economic Life,» in C. P Mountford, ed., Records of the Australian-American Scientific Expedition to Arnhem Land (Melbourne: Melbourne University Press, 1960), vol.2, Anthropology and Nutrition, 145-94.
Richard Lee, «What Hunters Do for a Living or How to Make Out on Scarce Resources,» in Lee and DeVore, Man the Hunter, 37.
Clive Ponting, «Historical Perspectives on Sustainable Development,» Environment 32, no.9 (November 1990): 4-5.
Marshall Sahlins, Stone Age Economics (New York: Aldine De Gruyter, 1972), 36.
Mark Nathan Cohen, Health and the Rise of Civilization (New Haven, Conn.: Yale University Press, 1989), 75-98.
Lee, «What Hunters Do;’ 33.
Cited in MacDougall, «Americans.»
McCarthy and McArthur, «The Food Quest,» 145-94; Lee, «What Hunters Do,» 30-48; Richard Lee, «!Kung Bushman Subsistence: An Input-Output Analysis,» in A. P Vayda, ed., Ecological Studies in Cul- tural Anthropology (New York: Natural History Press, 1969), 47-79; and J. Metz et al., «Iron, Folate, and Vitamin B12 Nutrition in a Hunter-Gatherer People: A Study of !Kung Bushmen,» American Journal of Clinical Nutrition 24 (1971): 229-42.
Cohen, Health, 98-102; Francis Black, «Infectious Diseases in Primi- tive Societies,» Science 187 (1975): 515-18; Ivan Polunin, «The Medical Natural History of Malayan Aborigines,» Medical Journal of Malaysia 8 (1972): 55-174; Roberto Baruzzi and L. Franco, «Amerindians of Brazil,» in H. C. Trowell and D. P Burkitt, eds., Western Diseases, Their Emergence and Prevention (London: Edward Arnold, 1981), 138-53; and H. H. Draper, «Nutrition Studies: The Aboriginal Eskimo Diet» in P L. Jamison, ed., Eskimos of Northwestern Alaska (Stroudsberg, Pa.: USIBP 1978), 139-61.
Samuel Hahnemann, The Chronic Diseases (New Delhi: Jain, 1975).
Cited in Mark Hertsgaard, «Still Ticking,» Mother Jones, March/April 1993, 20-23.
United Nations, Secretariat, «World Population Prospects Beyond Year 2000,» New York, 16 May 1973.
Cited in Craig Comstock, «Envisioning a Sustainable World Population,» Elmwood Quarterly 7, no.3 (Fall Equinox 1991): 5.
Ponting, «Historical Perspectives on Sustainable Development,» 6.
Fekri Hassan, Demographic Archaeology (New York: Academic Press, 1981), 208.
Ponting, «Historical Perspectives on Sustainable Development,» 6.
M. Konner and C. Worthman, «Nursing Frequencies, Gonadal Function, and Birth-Spacing among !Kung Hunter-Gatherers,» Science 207 (1988): 788-91; Richard Lee, The !Kung San: Men, Women and Work in a Foraging Society (Cambridge: Cambridge University Press, 1979), 328-30; W H. Billewicz, «The Timing of Post Partum Menstruation and Breast-Feeding,»Journal of Biosocial Science 11(1979): 141-51; and W H. Mosley, «The Effects of Nutrition on Natural Fertility» (Paper presented at Seminar on Natural Fertility, Institut National d’Etudes Demographiques, Paris, 1977).
Lee, The !Kung San, 329.
Lee, The !Kung San, 312; R. E. Frisch, «Critical Weight at Menarche: Initiation of the Adolescent Growth Spurt and Control of Puberty,» in M. M. Brumbach et al., eds., Control of Onset of Puberty (New York: Wiley, 1974), 403-23; G. R. Bentley, «Hunter-Gatherer Energetics and Fertility: A Reassessment of the !Kung San,» Human Ecology 13, no.1(1985): 79-104;J. B. McArthur et al., «Hypothalamic Amenorrhea in Runners of Normal Body Composition,» Endocrine Research Communications 7, no. 1 (1980): 13-25; M. Shangold et al., «The Relationship between Long Distance Running and Plasma Progesterone, and Luteal Phase Length,» Fertility and Sterility 31, no.2 (1979): 130-33; and R. Frisch and J. MacArthur, «Menstrual Cycles: Fatness as a Determinant of Minimum Weight or Height Necessary for Their Maintenance or Onset,» Science 185 (1974): 949-51.
Sahlins, Stone Age Economics, 41.
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 127, Μάιος 2013
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...