Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ: Ένα μοντέλο εξουσίας


«Στην πολιτική, τα κοινά μίση είναι σχεδόν πάντα η βάση της φιλίας». Alexis De Tocqueville, Η δημοκρατία στην Αμερική.

Διαχειριστής θεωρείται το άτομο που έχει την επίσημη ευθύνη για την περιουσία ή γενικότερα τις υποθέσεις άλλου ή άλλων. Στην πολιτική, μια κλασική έκφραση της αντιπροσώπευσης ως διαχείριση συναντά κανείς στα λόγια που απεύθυνε ο Edmund Burke στους ψηφοφόρους του στο Μπρίστολ το 1774: «Εκλέγετε έναν βουλευτή. άπαξ όμως και τον εκλέξετε, δεν είναι πια μέλος του Μπρίστολ, αλλά μέλος του κοινοβουλίου… Ο αντιπρόσωπός σας σάς οφείλει όχι μόνο το αξίωμά του, αλλά και την κρίση του. και σας προδίδει, δεν σας υπηρετεί αν θυσιάζει την κρίση του στις απόψεις σας». Είναι σαφής σ’ αυτήν την περίπτωση η πεποίθηση ότι ο ηγέτης, ο πολιτικός ή ο συνδικαλιστής «δέχεται εντολή από τον λαό», αλλά «γνωρίζει περισσότερα από τον λαό» και τον υπηρετεί χωρίς να τον …προδίδει μόνο αν ακολουθεί την δική του «ώριμη ή πεφωτισμένη» κρίση που αντλείται από την «ανώτερη μόρφωση», αλλά και οξύνοια που διαθέτει…

Μ’ άλλα λόγια, το έργο ενός επαγγελματία πολιτικού, ενός πεφωτισμένου ηγέτη είναι η καθοδήγηση της λεγόμενης κοινής γνώμης, ακόμα και η υπέρβαση «δεσμευτικών» προεκλογικών υποσχέσεων ή προγραμμάτων, αφού η κρίση των «εκλεκτών» αντι-προσώπων είναι εκείνη, που μπορεί να προσδιορίζει κάθε φορά το λεγόμενο δημόσιο ή εθνικό συμφέρον.

Πληρεξούσιος θεωρείται εκείνος που επιλέγεται προκειμένου να ενεργήσει για λογαριασμό άλλου ή μιας ομάδας ατόμων βάσει συγκεκριμένων, σαφών και κατευθυντήριων εντολών, δηλαδή απλά εκείνος που μεταφέρει σαν ενδιάμεσος τις απόψεις ή τις αποφάσεις μη έχοντας κανένα περιθώριο να προχωρά σε προσωπικές επιλογές ή αυτοσχεδιασμούς ή να ενεργεί σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις. Αρκετοί ριζοσπάστες δημοκράτες προσθέτουν σ’ αυτήν την συνταγή τη χρήση αυτοβουλιών (είδος δημοψηφίσματος με το οποίο οι πολίτες μπορούν να καταθέτουν νομοθετικές προτάσεις), αλλά και τη θέσπιση της ανάκλησης ως μέσο μεγαλύτερου λαϊκού ελέγχου.

Ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν ότι μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο είναι θεμιτό να λειτουργεί ένα συνδικαλιστικό στέλεχος –διακρίνοντάς το έτσι από τον αντιπρόσωπο– που μετέχει σ’ ένα συνέδριο, ακολουθώντας δηλαδή τις οδηγίες για το πώς θα ψηφίσει, τι θα πει, ή τι θα διαπραγματευτεί. Έτσι πιστεύουν ότι εξαλείφεται ή περιορίζεται η τάση ιδιοτέλειας των επαγγελματιών συνδικαλιστών.

Αντίθετα, οι επικριτές αυτού του μοντέλου πιστεύουν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο ευνουχίζεται η «ελευθερία κρίσης» και στενεύουν κατά πολύ τα περιθώρια ανάδειξης «ικανών συνδικαλιστών» ή «μεγάλων πολιτικών», πλεονεκτήματα που πηγάζουν κατ’ αυτούς από την αντιπροσώπευση, που βέβαια συνδέεται άρρηκτα με τις εκλογές, δηλαδή, όπως είπαμε, από την «άσκηση ευθυκρισίας μιας μορφωμένης ελίτ», που έχει εξασφαλίσει την «λαϊκή εντολή». Προσθέτουν, μάλιστα, ότι το μοντέλο της πληρεξούσιας αντιπροσώπευσης αγνοεί το δημόσιο συμφέρον ή το εθνικό συμφέρον, αφού αποσκοπεί στην ικανοποίηση συντεχνιακών συμφερόντων, που υποδαυλίζει την γενικότερη κοινωνική συνοχή.

Τέλος, την πιο πρόσφατη θεωρία της αντιπροσώπευσης αποτελεί το μοντέλο της ομοιότητας, το οποίο και προτάσσει την ομοιότητα των μελλοντικών αντιπροσώπων με την ομάδα που διατείνονται ότι εκπροσωπούν και όχι τόσο στην θεωρία της εντολής σε ένα κόμμα το οποίο και οφείλουν να υπηρετούν όσοι εκλέγονται μέσα από τις γραμμές του. Μ’ άλλα λόγια, σύμφωνα με το μοντέλο της ομοιότητας εκλέγεται μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση τα μέλη της οποίας προέρχονται απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, τις ηλικίες, τις εθνότητες, ή τις θρησκείες, αφού θεωρείται ότι μόνο έτσι μπορεί να εκφραστούν ουσιαστικά τα επιμέρους συμφέροντα, δηλαδή ένας μαύρος θα εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των μαύρων, μια γυναίκα τα συμφέροντα των γυναικών κοκ.

Χωρίς να έχουμε κάποια διάθεση να επεκταθούμε επί του παρόντος, θα επισημάνουμε, ότι είναι κάτι παραπάνω από σύνηθες το μοντέλο αντιπροσώπευσης, που επιλέγεται, κατά περίπτωση να ακολουθεί ταυτόχρονα «αρχές» ενός άλλου ή και περισσοτέρων.

Ας σταθούμε, όμως, για λίγο στην περίπτωση του συνδικαλισμού.

Συνδικαλισμός καλείται η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία με στόχο την βελτίωση των μισθών, την ματαίωση απολύσεων ή την πρόσληψη νέων εργαζομένων, την βελτίωση των συνθηκών εργασίας ή ασφάλισης και βέβαια την πραγματοποίηση εκδηλώσεων για την επίτευξη των στόχων αυτών. Ο συνδικαλισμός, λοιπόν, αφορά κάθε συγκροτημένη ομάδα συμφερόντων, που σκοπεύει να ασκήσει πίεση στα κόμματα ή στις κυβερνήσεις προς όφελος της, ενώ πολλές φορές μια ομάδα συμφερόντων μετατρέπεται η ίδια σε κόμμα, όπως έγινε στην περίπτωση του Εργατικού Κόμματος της Μ. Βρετανίας. Είναι φυσικό, τα κόμματα που έχουν εκλεγεί στο κοινοβούλιο να αποσκοπούν στον περιορισμό της πολιτικής των ομάδων συμφερόντων πριμοδοτώντας τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που πρόσκεινται έμμεσα ή άμεσα στα ίδια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα ομάδων πίεσης, που δεν έχουν απευθείας αναφορά στα κοινοβουλευτικά κόμματα ή και την αρνούνται παντελώς στα λόγια, αποσείει κάθε εξουσιαστική λογική και ανάλογους προσανατολισμούς. Είναι χαρακτηριστική η σχετική επίκληση περί οργάνωσης και ενότητας των συμφερόντων των εργαζομένων πάνω από τις επιμέρους ιδεολογικές διαφορές εκ μέρους αυτόνομων, ή ακόμα και ελευθεριακών που καλούν σε συνδικαλιστικού τύπου οργάνωση. Θα ήταν πράγματι ενδιαφέρον, κάποια στιγμή να εξηγούσε ενδελεχώς τα παραπάνω λόγια όποιος δέχεται ή επικαλείται παρόμοιες λογικές.

Είναι γεγονός ότι ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η εξουσία στις λεγόμενες μεταβιομηχανικές κοινωνίες είναι ολοένα και περισσότερο διάσπαρτη και κατακερματισμένη. Αν κάτι τέτοιο βέβαια αποτελούσε και το απελευθερωτικό όραμα για τους μετόχους ή τους συμπαθούντες των λεγόμενων νέων κινημάτων, τότε μπορούν να θεωρούν τους εαυτούς τους επιτυχημένους. Μπορεί, όμως, κανείς από αναρχικής σκοπιάς να βρει έστω κάποιο ίχνος δικαίωσης σ’ αυτήν την κατεύθυνση; Όχι βέβαια. Τουλάχιστον από πλευράς μας δεν αγωνιστήκαμε ποτέ, ούτε αγωνιζόμαστε υπέρ ενός «δημοκρατικού πλουραλισμού», δεν πιέζουμε με τις απόψεις και την δράση μας να συμμετάσχουμε στην συγκρότηση νέων ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας, δεν μας ενδιαφέρει η διάχυση, μ’ άλλα λόγια, μιας εξουσίας αποκεντρωμένης, αντιγραφειοκρατικής βασισμένης σε «αυθόρμητες», «συναισθηματικές», ή «βιωματικές» μορφές οργάνωσης. Μόνο που ο συνδικαλισμός ακόμα και αυτός που αυτοπροσδιορίζεται ως «από τα κάτω», είναι δύσκολο να αναδείξει έστω και ψευδεπίγραφα αυτό το μαγικό «νέο» δεδομένο. Ακόμα και μαρξιστές, όπως ο Α. Γκράμσι, ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα κατακεραύνωναν το συνδικάτο ως προλεταριακό θεσμό, θεωρώντας το περισσότερο έκφραση της εξωτερικής πίεσης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού παρά των εξωτερικών αναγκών της εργατικής τάξης, μιλούσαν για το «ξεπέρασμα» του, αναρωτιόντουσαν κατά πόσο δικαιολογείται η ύπαρξη του, όταν μπορεί ελάχιστα πια να παρεμβαίνει στον ελεύθερο καπιταλιστικό ανταγωνισμό και την προστασία της τιμής της εργατικής δύναμης στην αγορά, ενώ αναφέρονταν, επίσης, στην πλήρη σχεδόν «αδυναμία» του να παρεμβαίνει σε καθοριστικά ζητήματα, που απασχολούν την οικονομία και την κοινωνία. (βλ. Α. Γκράμσι: Συνδικάτα και Συμβούλια, Όρντινε Νουόβο, 11-10-1919, Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης).

Και αφού, λοιπόν, τα διδάγματα της ιστορίας έχουν θέση απλά σε έναν κοινό σκουπιδοτενεκέ για πολλούς, ας κάνουμε μια μικρή αλλά χρήσιμη αναδρομή στο μεταπολιτευτικό σκηνικό πλούσιο όπως είναι γνωστό σε παρόμοιες εμπειρίες. Έχει προηγηθεί η επταετής περίοδος της χούντας με τον δοτό συνδικαλισμό που διαδέχθηκε την κλαδική οργάνωση (ομοιοεπαγγελματική) στους χώρους δουλειάς.

Από το φθινόπωρο του 1974 μέχρι την άνοιξη του 1975, με τις πρώτες εργοστασιακές επιτροπές και τις πρώτες «άγριες απεργίες» στη Νάσιοναλ Καν και την Εσκιμό, μέχρι τον Μάη του 1976 όπου μεσουρανούν τα εργοστασιακά σωματεία στις εταιρείες ΜΕΛ, ΠΙΤΣΟΣ, ΙΤΤ, Ιζόλα, Λάρκο, Πετζετάκης, και στον Ν. 330/76, φθάνουμε στο τέλος του 1977, στην απόλυση εκατοντάδων συνδικαλιστών, ενώ χρειάστηκαν άλλα δύο χρόνια περίπου, μέχρι το καλοκαίρι του 1979, για να «πέσουν» και τα «κάστρα» της Μαντέμ – Λάκκο, της Ντόυτς και της ΠΙΤΣΟΣ. Οι απολύσεις συνδικαλιστών φθάνουν τελικά τις 15.000(!!!), –ο παροπλισμός μιας άνευ προηγουμένου εργατικής πρωτοπορίας για την αριστερά–, γεγονός που σηματοδότησε και το μέγεθος της ήττας. Μια ήττα που αναγνωρίστηκε τα επόμενα χρόνια μέσα από την αναδίπλωση που σήμανε το αίτημα «να ξαναγυρίσουν πίσω οι απολυμένοι» αντί των συνθημάτων για αυτοδιεύθυνση κ.λπ. και παρά την πληθώρα των εκδηλώσεων αλληλεγγύης με συναυλίες, με την ενίσχυση των εργατικών ταμείων, την έκδοση εντύπων, τις καταλήψεις κοκ.

Μάταια πλήθος αριστεριστών έβρισκε παρηγοριά στην διάγνωση ότι «η αστική τάξη βγήκε και αυτή λαβωμένη από την μάχη», καθώς πλησιάζουμε το 1981. Το Πασοκ καλπάζοντας αναλαμβάνει την διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, ενσωματώνοντας, εκτός των άλλων, στο πρόγραμμά του τα περισσότερα αιτήματα της «εργατικής άνοιξης» των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων δίνοντας στέγη σε πλήθος «ηττημένους» αριστεριστές που δεν διστάζουν να διαθέσουν την πολύτιμη πείρα τους στην νέα εξουσία. Τα παράσημα τους γνωστά και μη εξαιρετέα: η πολιτική δουλειά που έκαναν στα εργοστάσια σαν εργάτες ή η διαμονή τους σε εργατικές συνοικίες για να ζυμωθούν με τους εργάτες. Και αφού υπηρέτησαν τον λαό σύμφωνα και με την προτροπή του συντρόφου Μάο, που ήταν ιδιαίτερα τότε της (επαναστατικής) μόδας, είπανε να υπηρετήσουν λίγο και το σοσιαλιστικό κράτος του Πασοκ…

Κατατίθεται ο νόμος 1264/82. Ξεφυτρώνουν από παντού εργοστασιακά σωματεία. Συγκροτείται η Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργοστασιακών Σωματείων (Ο.Β.Ε.Σ.) την οποία αποτελούν σωματεία της ΠΙΤΣΟΣ, της ΕΒΙΟΠ-ΤΕΜΠΟ Αιγάλεω, της ΕΒΙΟΠ-ΤΕΜΠΟ Χαλκίδας, της Βαμβακουργίας Μαρτίνου, της Οινοποιίας ΚΑΜΠΑΣ και της ΒΙΣ. Στα τέλη του 1983 τα μέλη της φθάνουν τα 183: η εργατική δημοκρατία «νίκησε» μαζί της και η νέα συνδικαλιστική γραφειοκρατία που γιγαντώθηκε πέρα από κάθε προσδοκία των εμπνευστών της…

Μόνο που η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά σαν μια πικρή φάρσα, σαν ένα κακέκτυπο, παράταιρο και ξένο με την δημιουργική δράση των ανθρώπων που αγωνίζονται και διψούν να προχωρήσουν αντλώντας εμπειρίες απ’ όσα προηγήθηκαν. Όσα έγιναν δεν σβήνουν με ένα σφουγγάρι, αλλά δεν αποτελούν και κάποιου είδους εικόνισμα που έχουμε καθήκον να προσκυνούμε. Οι δρόμοι του συνδικαλισμού δεν είναι άγνωστοι στην αναρχική παράδοση, ώστε μια απλή επαναφορά σε τροχιές του παρελθόντος να θεωρείται λύση ή το φάρμακο που θα μας «συνδέσει» με την κοινωνία. Και αν η «κρίση» φάνταζε μέχρι πρότινος η χρυσή ευκαιρία για κάτι τέτοιο, γρήγορα αποδείχθηκε άνθρακας ο θησαυρός ακόμα και για όσους κινούνται με αγνές προθέσεις σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Συσπείρωση Αναρχικών
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 113, Φεβρουάριος 2012
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...