Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΗ ΧΙΤΖΡΑ


Από την αξιοπρέπεια στο δρόμο της ταπείνωσης…

«…χιτζρά*, μια ακέφαλη πορεία χιλιάδων ταλαιπωρημένων και πανικόβλητων χωρικών, με τους μπόγους τους να λύνονται στην άκρη του δρόμου, οικογένειες με σκορπισμένα τα μέλη τους, γέρους να πεθαίνουν απ’ την εξάντληση, παιδιά να κουβαλάνε μικρότερα παιδιά, μωρά να πεθαίνουν από αφυδάτωση. Όσοι γλίτωσαν, θυμούνται πως έτρωγαν γρασίδι κι έπιναν απ’ τα ίδια τους τα ούρα (ήταν κατακαλόκαιρο όταν έφυγαν οι περισσότεροι τους)…»

Οι Παλαιστίνιοι μετά τις τρομο-κρατικές επιχειρήσεις και τις κτηνωδίες των Ισραηλινών το 1948 χωρίζονται σε τρεις κυρίως ομάδες.

Η πρώτη περιλαμβάνει 60.000 που παρέμειναν στα τρία τέταρτα της Παλαιστίνης που έλεγχε πλέον το Ισραήλ και ονομάστηκαν «αραβική μειονότητα» του Ισραήλ, ενώ εφοδιάστηκαν με ειδικές ταυτότητες.

Η δεύτερη περιλαμβάνει 1.000.000 ανθρώπους που παρέμειναν ή μετακινήθηκαν σε εκείνα τα τμήματα της Παλαιστίνης, που δεν τέθηκαν υπό τον έλεγχο του ισραηλινού κράτους παρά μόνο με τον πόλεμο του 1967. Ονομάστηκαν «Λωρίδα της Γάζας» (που φυσικά δεν είχε καμία σχέση με τη προπολεμική Γάζα) και «Δυτική Όχθη», την οποία αποτελούσαν η Ναμπλούς και Ραμαλάχ, μαζί με μεγάλα τμήματα του Τζενίν, του Τουλκάρμ, και της Ιερουσαλήμ. Έτσι στην Γάζα σ’ έναν πληθυσμό 80.000 κατοίκων προστέθηκαν 200.000 πρόσφυγες, ενώ στην Δυτική Όχθη 360.000 πρόσφυγες ενώθηκαν με τους 425.000 κατοίκους της περιοχής.

Η τρίτη περιλαμβάνει τους περίπου 300.000 ανθρώπους που κατέφυγαν στον Λίβανο (104.000) στην Υπεριορδανία (110.000) και στην Συρία (82.000). Επίσης, και τους περίπου 12.000 που έφθασαν ακόμα πιο μακριά: στο Ιράκ, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Σαουδική Αραβία, αλλά και στο Λονδίνο (πρόκειται γι’ αυτούς που είχαν εργαστεί στο κρατικό μηχανισμό στην διάρκεια της βρετανικής κατοχής και είχαν βρετανικά διαβατήρια).

«Αυτοί που ζούσαν μόνιμα σ’ έναν τόπο και πολλοί τους δεν είχαν βγει σ’ έναν ξένο κόσμο, στον οποίο οι άλλοι τους έβλεπαν ως διαφορετικούς, απειλητικούς ή ακόμα και αξιοκαταφρόνητους: »πρόσφυγες», »εκτοπισμένα άτομα», »ξένους». Όπως είπε εκείνος ο άντρας από το Σαφουριγέχ που έχασε την κόρη του: »μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες ξεπέσαμε από την αξιοπρέπεια στην ταπείνωση». Αγρότες που σέβονταν τον εαυτό τους το έβρισκαν ιδιαίτερα σκληρό να ζητιανεύουν. Συνηθισμένοι σ’ ένα υψηλό επίπεδο γενναιοδωρίας, τα έχασαν με τους Λιβανέζους που τους πουλούσαν το νερό».

Η βίαιη αυτή «ανακατανομή» των Παλαιστινίων αποτέλεσε και το κυριότερο εργαλείο καταπίεσης και ελέγχου, πέρα από τις διαφοροποιήσεις που χαρακτήριζαν κάθε τόπο και χρόνο. (Η Συρία θεωρείτο η «λιγότερο» καταπιεστική χώρα και η Ιορδανία η σκληρότερη).

Ταυτόχρονα, οι διακρίσεις που προϋπήρχαν ανάμεσα σ’ αυτά που χαρακτηρίζονται μεσαία αστικά στρώματα που τώρα εξαπλώθηκαν σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις και τους αγρότες, τους βεδουίνους και τους προλετάριους που καθηλώθηκαν στα στρατόπεδα, μεγάλωσαν αισθητά. Οι τελευταίοι, πραγματικά, υπέφεραν από την καταστολή και ένιωσαν ιδιαίτερα στο πετσί τους την εχθρότητα στις καθημερινές επαφές με τους κάθε είδους κρατικούς υπάλληλους και εργοδότες. Γι’ αυτό και δεν πίστεψαν στον αραβισμό, όσο οι Παλαιστίνιοι των μεσαίων στρωμάτων. Και ούτε φυσικά μπόρεσαν να ξεχάσουν εύκολα, ότι αργότερα οι περισσότεροι φενταγήν σκοτώθηκαν από Άραβες παρά από Ισραηλινούς.

«Η φλογερή επιθυμία επιστροφής στην Παλαιστίνη ήταν συντεθειμένη από πολλά στοιχεία, αλλά ένα από αυτά ήταν η απώλεια των ψευδαισθήσεων για τα καθεστώτα και τους ηγέτες που υποστήριζαν την παλαιστινιακή »υπόθεση», ενώ παράλληλα εμπόδιζαν τους Παλαιστίνιους να περάσουν στην ενεργή δράση».

Έτσι γίνεται εύκολα κατανοητή η «απειλή» που ένιωθαν τα προνομιούχα μεσαία στρώματα των Παλαιστινίων απέναντι στις όποιες αντιστασιακές κινήσεις και η δικαιολόγηση εκ μέρους τους της υποταγής των αραβικών κρατών στις μεγάλες δυνάμεις.

Από την άλλη μεριά μεγάλα τμήματα των αραβικών πληθυσμών είδαν με μια αυθόρμητη συμπάθεια τους πρόσφυγες, παρ’ όλο που η άγνοια, για το τι είχε συμβεί στ’ αλήθεια στην Παλαιστίνη, ήταν μεγάλη. Αυτή η άγνοια, όμως, επέτρεψε στη σιωνιστική εκδοχή που μιλούσε δήθεν για αυτόβουλη φυγή των Παλαιστινίων και κυκλοφορούσε ανεμπόδιστα στην Δύση, να περάσει και σ’ ορισμένα τμήματα αραβικών πληθυσμών, που στα μάτια τους οι πρόσφυγες ήταν μια διαρκής υπόμνηση μιας «εθνικής ταπείνωσης»: οι ταραχοποιοί, δηλαδή οι ξεκληρισμένοι πρόσφυγες ήταν οι ίδιοι υπαίτιοι για την κατάσταση τους, επειδή δήθεν είχαν ξεπουλήσει τη γη τους και το έβαλαν στα πόδια από υπερβολική δειλία, αντί να δώσουν μάχη!!!

Η κοινωνική απομόνωση των προσφύγων, ιδιαίτερα στον Λίβανο, το στίγμα τους ως «διαφορετικών», οι καθημερινοί εξευτελισμοί, η δαιμονοποίηση τους («οι άνθρωποι μας έδιωχναν, γιατί φοβόνταν μη τους φέρομε γρουσουζιά… όταν βγαίναμε από τα στρατόπεδα, μας ακολουθούσαν δαχτυλοδείχνοντας μας και γελώντας. Συχνά γυρίζαμε πίσω κλαίγοντας») ήταν ιδιαίτερα ανυπόφορες για έναν ακόμα λόγο: το σύστημα αξιών των Παλαιστίνιων αγροτών, που είχε για άξονες το κοινωνικό γόητρο και τον σεβασμό αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου κοινωνικών σχέσεων, χάρη στις οποίες η ατομική και συλλογική συμπεριφορά δεν ελεγχόταν από κανένα μηχανισμό επιβολής νόμων. «Χάρη στην επιμελημένα καλλιεργημένη ανάγκη να έχει ο καθένας τον σεβασμό των άλλων, κάθε άτομο γινόταν ελεγκτής των ίδιων του των πράξεων. Παράλληλα, ο σεβασμός συνδεόταν στενά μ’ άλλες αξίες σε καμία περίπτωση υλικές, όπως η αφοσίωση, η τήρηση του λόγου, η τιμή και η προτεραιότητα των κοινωνικών και ηθικών υποχρεώσεων».

Οι Παλαιστίνιοι «κατάφερναν» πάντα να βρίσκουν τις χειρότερες δουλειές μ’ οποιαδήποτε αμοιβή προμηθεύοντας τις αραβικές οικονομίες μ’ ένα δραστήριο εργατικό δυναμικό και κατέβαλαν εισφορές, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε ωφελήματα «κοινωνικής» ασφάλισης. Οι γυναίκες και τα παιδιά έβρισκαν πιο εύκολα δουλειά γιατί πληρώνονταν λιγότερο. Οι επιπτώσεις, όμως, που είχε η φοβερή φτώχεια ιδιαίτερα για τα παιδιά έμειναν ανεξίτηλες.

«Όταν μετακομίσαμε στο Ναχρ-αλ-Μπαρέντ άρχισα να δουλεύω. Πρώτα κουβαλούσα σακιά με κρεμμύδια για ένα 1/4 της λιβανέζικης λίρας τη μέρα, αλλά επειδή ήμουν παιδί δεν μου έδιναν ούτε το μεροκάματό μου. Μετά δούλεψα σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης, περπατώντας εφτά-οκτώ χιλιόμετρα την ημέρα για να φτάσω στην δουλειά μου… ο κόσμος δεν ήθελε άλλο από μια μπουκιά ψωμί…αν τρώγαμε κρέας μια φορά το χρόνο το θεωρούσαμε μεγάλη εύνοια της τύχης…».

Τα προσφυγικά στρατόπεδα

Πυρήνας της παλαιστινιακής γκούρμπα** δεν ήταν άλλος από τα στρατόπεδα του Λιβάνου, της Ιορδανίας και της Συρίας στα οποία οι Παλαιστίνιοι παρέμεναν σαν μια φωτιά κάτω από την στάχτη.

Η αραβική πολιτική απέναντι τους ήταν διφορούμενη. Άλλοτε τα αραβικά κράτη ενθάρρυναν την εθνικοαπελευθερωτική δράση σε συγκεκριμένες στιγμές, για δικούς τους σκοπούς και για να γίνονται δημοφιλή και άλλοτε αποδείκνυαν, ότι καταπιέζοντας τους Παλαιστίνιους συνέπλεαν πλήρως με την λογική των μεγάλων δυνάμεων που έλεγε, ότι η λύση του «παλαιστινιακού» βρίσκεται στην μεταφορά πληθυσμών.

Για τα αραβικά κράτη, βέβαια, οι πρόσφυγες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα αγκάθι για την σταθερότητα και την τάξη και τους ήταν αναγκαίο, να περιορίσουν την παρουσία τους στα στρατόπεδα, να ελέγξουν ασφυκτικά τις δραστηριότητες τους και να πείσουν την λεγόμενη διεθνή κοινότητα να επωμισθεί εκείνη την συντήρηση τους.

«Μαζευτήκαμε όχι λιγότερα από πενήντα με εξήντα χωριά, κι ήμασταν ένα μεγάλο πλήθος στο Μπουρτζ αλ-Σεμαλί, ανατολικά από την Τύρο… Εφτά οικογένειες μέσα σε μια σκηνή… Δεν υπήρχαν αρκετές σκηνές για όλους και έτσι μερικές οικογένειες ήταν αναγκασμένες να ζουν σε σπηλιές. Υπήρχαν αρρώστιες και συνωστισμός. Πολλοί γέροι και παιδιά πέθαναν εξαιτίας των κακών συνθηκών… Ήρθε η λιβανέζικη αστυνομία και μας είπαν να φύγουμε. Υποσχέθηκαν να μας τακτοποιήσουν σε καλύτερα μέρη κι είπαν πως θ’ αγωνισθούν μαζί μας για να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Αλλά μετά την εμπειρία που είχαμε με τη Τζαϊς αλ-Ινκάντ, ξέραμε πως όλα αυτά ήταν ψέματα.

»Ήμασταν άνθρωποι από εξήντα διαφορετικά χωριά κι επιμέναμε να μεταφερθούμε όλοι μαζί. Αλλά μας μοίρασαν, άλλους στο Αίν Χιλουέχ, άλλους στη Βόρεια Μπέκα, άλλους στο Αντζάρ και στο Καρούν. Τα εξήντα χωριά αρνήθηκαν να χωρίσουν, και τότε οι αστυνομικοί χτύπησαν τους γέρους και πυροβόλησαν στον αέρα για να μας τρομάξουν και να μας αναγκάσουν ν’ ανεβούμε στα καμιόνια. Μας χτυπούσαν με ξύλα και με τα κοντάκια των τουφεκιών.

»Η μοίρα μας ήταν να πάμε στα παραπήγματα του Καρούν. Βρήκαμε μερικούς συγγενείς μας από το Σαφουριγέχ που είχαν ήδη εγκατασταθεί εκεί. Μας είπαν πως πολλοί είχαν πεθάνει εκείνο το χειμώνα, γιατί το χιόνι εκεί είχε φτάσει το ένα μέτρο ή και παραπάνω.

»Στα τέλη του καλοκαιριού κάναμε απεργία με τους πρόσφυγες του Αντζάρ, για να υποχρεώσουμε τις Αρχές να μας αφήσουν να φύγουμε από τη Μπέκα, επειδή το κλίμα εκεί ήταν πολύ τραχύ. Έτσι λοιπόν μας μετέφεραν στο στρατόπεδο Ναχρ αλ-Μπαρέντ.

»Θυμάμαι πως τη μέρα που φτάσαμε στο Ναχρ αλ Μπαρέντ έβρεχε. Υπήρχαν γυναίκες, που γέννησαν πάνω στα καμιόνια που μας μετέφεραν από το Καρούν στο Ναχρ. Εκεί βρήκαμε σκηνές και μας μοίρασαν σ’ αυτές».

Ένοπλες περίπολοι περικύκλωναν τα στρατόπεδα σε διάφορες επετείους, όπως αυτή της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Κρατούνταν κατάλογοι μ’ εκείνους που συμμετείχαν σε συγκεντρώσεις στα στρατόπεδα, οι οποίοι και θεωρούνταν ύποπτοι και τους απαγορευόταν να μετακινούνται. Η ασφυκτική επιτήρηση των στρατοπέδων εξασφαλιζόταν στο Λίβανο με την συγκρότηση αστυνομικών σταθμών του Δευτέρου Γραφείου στις παρυφές τους, αλλά γρήγορα η κατάσταση επιδεινώθηκε κι άλλο:

«Ουσιαστικά ήταν στρατιωτική κυβέρνηση, κι ας μη λεγόταν έτσι. Μια φορά ο στρατός ήρθε στις 4 τα ξημερώματα, περικύκλωσε το στρατόπεδο κι έκανε έρευνα σ’ όλα τα σπίτια. Υπήρχαν δύο τμήματα κοντά στο στρατόπεδο, ένα της συνηθισμένης αστυνομίας κι ένα του Δεύτερου Γραφείου – αυτά τα δυο παράβγαιναν μεταξύ τους, ποιο θα έπιανε περισσότερους πρόσφυγες για να κάνει αναφορά στους ανωτέρους του. Σχεδόν καθημερινά, και μερικές φορές νυχτιάτικα, ερχόντουσαν για να πάρουν κόσμο. Μια φορά ήρθαν στο σπίτι μας για να συλλάβουν τον αδερφό μου, κι επειδή δεν ήταν εκεί πήραν εμένα στη θέση του».

Απειλές, οικονομικοί εκβιασμοί, κάθε είδους απαγορεύσεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις ήταν η «φιλοξενία» που γεύτηκαν οι «αδελφοί» Παλαιστίνιοι. Χρειαζόταν άδεια για να επισκεφθεί κάποιος ένα άλλο στρατόπεδο, ενώ ακόμα και η επίσκεψη σε γείτονες μετά τις εννέα το βράδυ μπορούσε να φέρει μπελάδες. Οι οικογενειακές συναθροίσεις απαγορεύονταν εντελώς, ενώ το τύπωμα των προκηρύξεων ήταν παράνομο και η αστυνομία διενεργούσε ασταμάτητα ελέγχους στους δρόμους και έκανε έρευνες.

Παρ’ όλα αυτά, η καταπίεση δεν μπόρεσε να καταπνίξει την διάθεση για αντίσταση και την ανάπτυξη κατ’ αρχήν μιας υποτυπώδους οργάνωσης. Ούτε οι απαγορεύσεις εξασφάλισαν την απομόνωση των Παλαιστίνιων από τους απλούς ανθρώπους στον Λίβανο, στην Ιορδανία, στην Συρία και αλλού, όπου κατανοούσαν το ίδιο καλά τα κίνητρα των ηγετών των αραβικών κρατών.

Η παλαιστινιακή αντίσταση στα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε να κάνει τόσο με την δράση μικρών ομάδων που δρούσαν έξω από τα στρατόπεδα, όσο και με την δράση μέσα στα στρατόπεδα. Και η τελευταία δεν είναι καθόλου αμελητέα, γιατί αυτή ήταν που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό τόσο στην θερμή ανταπόκριση που βρήκε αργότερα το κάλεσμα για ένοπλο αγώνα, αλλά και στον τρόπο οργάνωσης που ακολουθήθηκε αργότερα.

«Κάναμε αυτή την εκδήλωση (για την Πρωτομαγιά), όταν ήρθε το Δεύτερο Γραφείο και μας συνέλαβε. Ήταν μαζεμένοι 70-80 εργάτες, και παρόλο που δεν ήταν εξασκημένοι στην πολιτική πάλη, περικύκλωσαν το αστυνομικό τμήμα όπου μας κρατούσαν, αλλά δεν μπόρεσαν να μας απελευθερώσουν. Το Δεύτερο Γραφείο μας μετέφερε στα κεντρικά του, στην οδό Μπανταρό, και μετά στα παραπήγματα Ελού. Εκεί μας χτύπησαν στα πόδια. Μας είπαν να βγάλουμε τα παπούτσια μας. Εγώ ήθελα να με χτυπήσουν πρώτο, για να μη δω να χτυπάνε τον αδερφό μου. Έδεσαν ένα τουφέκι στα πόδια μου, έτσι ώστε τα δόντια του να μπαίνουν στη σάρκα μου, κι ένας απ’ αυτούς άρχισε να με χτυπάει στα πόδια. Όταν μ’ έλυσαν, νόμισα πως είχαν τελειώσει. Με πήγαν σ’ ένα κουβά με κρύο νερό, κι ενώ στεκόμουν μέσα του άρχισαν να χτυπάνε τον αδερφό μου. Όταν τελείωσαν και μ’ αυτόν, τον έφεραν στο νερό και με πήραν για να μου δώσουν άλλο ένα χέρι ξύλο.

»Γύρισα στη δουλειά μου, αλλά το δεύτερο Γραφείο με απείλησε, λέγοντας πως ήμουν ο μόνος στην οικογένεια μου που εργαζόταν, κι αν συνέχιζα ν’ ανακατεύομαι στην πολιτική θα έλεγαν στον εργοδότη μου να με απολύσει. Εμείς όμως δεν το βάλαμε κάτω».

Και πράγματι, λίγο μετά τον πόλεμο των έξι ημερών το 1967 έκανε την εκθαμβωτική της εμφάνιση η Παλαιστινιακή επανάσταση, ενώ πολύ σύντομα απελευθερώθηκαν και τα στρατόπεδα…

Συσπείρωση Αναρχικών

*Eγίρα, κυριολεκτικά «μετανάστευση», χρησιμοποιείται από τους Παλαιστίνιους των στρατοπέδων όταν αναφέρονται στην έξοδό τους από την Παλαιστίνη.
**Κατάσταση εξορίας και αποξένωσης.

[Τα στοι­χεί­α και οι μαρ­τυ­ρί­ες που πα­ρα­τί­θε­νται στο πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο βρί­σκο­νται στην με­λέ­τη ΟΙ ΠΑ­ΛΑΙ­ΣΤΙ­ΝΙΟΙ: Α­ΠΟ Α­ΓΡΟ­ΤΕΣ Ε­ΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΤΕΣ της Rosemary Sayigh]
Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, αριθ. φύλλου 4, Ιούνιος 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

skaleadis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...