Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Σήμερα το μεσημέρι η κηδεία ενός απο τους τελευταίους υπεραιωνόβιους Ροδίτες


Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο γνωστό έμπορο της Ρόδου

H ΡΟΔΙΑΚΗ

Γεννήθηκε στη Ρόδο πριν από 105 χρόνια! Επί τουρκοκρατίας. Έζησε, μεγάλωσε και βίωσε στη συνέχεια την Ιταλική κατοχή. Απεβίωσε σε ηλικία 105 ετών, έχοντας ζήσει μια δύσκολη αλλά όμορφη ζωή και αφήνοντας πίσω του μια υπέροχη οικογένεια.

Στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στη «Ροδιακή» και την Ροδούλα Λουλουδάκη, τον Απρίλιο του 2013 είχε μιλήσει για τον ίδιο, τις δυσκολίες της ζωής, τον αγώνα που έδωσε και το πώς μπόρεσε να φτιάξει τη ζωή του οικονομικά τρεις φορές που καταστράφηκε εξαιτίας των συγκυριών που τότε επικρατούσαν. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος του Ιωάννη και της Αικατερίνης γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1912! Λίγες εβδομάδες δηλαδή πριν την απόβαση των Ιταλών στο νησί μας. Έζησε τον όλεθρο από δύο παγκοσμίους πολέμους. Στη συνέντευξή του στη «Ρ» μίλησε για όλα.

Και έμμεσα είχε υπογραμμίσει ότι τον θάνατο δεν το φοβάται λέγοντας το εξής: «Οσάκις πάω στο κρεβάτι, θα κάνω το σταυρό μου, θα δείξω το Θεό με το δάχτυλό και θα πω «όποτε θέλει ας με πάρει, εγώ είμαι εδώ»…

Η κηδεία του οποίου θα γίνει σήμερα στις 3μμ από τον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ρόδου και η παράκληση της οικογένειάς του είναι αντί για στέφανα, τα χρήματα να δοθούν σε άπορες οικογένειες της Ρόδου και σε ευαγή ιδρύματα.
Στη συνέντευξή του, στις 4 Απριλίου 2013, είχε επισημάνει:


«Πώς ήταν τα εκατό τόσα χρόνια παππού;», «Σαν ένα ποτήρι κρύο νερό παιδί μου…», «Και ξεδίψασες;»… Τη φράση αυτή από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη τη θυμάμαι χρόνια! Και ξεδίψασες;...
Ο Κωστής Παπαδόπουλος έκλεισε τα εκατό, κι έχει ζωντάνια, κάνει τις βόλτες του, γλεντάει τρώγοντας κινέζικο με εγγόνια και δισέγγονα… κι αν και παραπονιέται δεν έχει πάθει αυτό το… χάσιμο του μυαλού, το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί τελικά. Την πρώτη φορά αρνήθηκε να μου μιλήσει. Αυτή τη φορά το ζήτησα από την κόρη του Ιωάννα, που με πολύ ευγένεια μ΄ έβαλε στο σπίτι τους και δεν του αφήσαμε καν περιθώρια!

Μετά τον μεσημεριανό του ύπνο, κι ενώ μου δικαιολογήθηκε για τη ρόμπα που φόραγε, παίζοντας ένα τσιγάρο που δεν άναβε στα δάχτυλά του, μίλησε για τη ζωή και τα στραπάτσα της, για τις φορές που έπεσε και σηκώθηκε, για τον κόσμο που ήταν… ξένος και τον… καιρό! «Καιρός είναι και θα περάσει» μου έλεγε… Μιλήστε μου για σας, πού γεννηθήκατε, για την οικογένειά σας.

… Εγώ εγγεννήθηκα στις 26 Απριλίου 1912, τον καιρό που ήρθε η Ιταλία, διότι όποιος πει ότι δεν ήταν αυτή η μέρα είναι ψεύτης, για το λόγο ότι η μακαρίτισσα η μάνα μου, μου είπε ότι εγεννήθηκα την ημέρα που ήρθαν! Στην πόλη της Ρόδου εγεννήθηκα, η μάνα μου ήταν το γένος Φραράκη, ο πατέρας μου είχε καταγωγή από το χωριό Διμυλιά. Ο

παππούς μου, ο Γιάννης, είχε φύγει στη Σμύρνη, γύρισε στη Ρόδο και πέθανε στο Νιοχώρι. Ο τάφος του είναι μέσα στην εκκλησία γιατί ήτο παπάς. Επέρασα τον πόλεμο όλο επί Ιταλίας. Αυτό το σπίτι (στην οδό Αμερικής) ήτο παραδοσιακό. Τότε από εδώ, από την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων και μέχρι να πάει στους Αγίους Αναργύρους και τον Άγιο Ιωάννη ήτο τούρκικα μνήματα.

Αν ήταν να μιλήσετε για τα εκατό χρόνια που είστε σ΄ αυτή τη ζωή, τί θα λέγατε σε μια φράση ;

Εγώ καταστράφηκα τρεις φορές και ξαναγεννήθηκα. Χωρίς να πάρω δάνεια. Έχασα πολλές φορές τα χρήματά μου, μα δεν το ’βαλα κάτω. Ποτέ δεν είπα «καταστράφηκα».
Oταν ήτο ο πόλεμος της Ιταλίας, είχα ένα κατάστημα με είδη οικοδομής και καγκελαρίας, στην Παλιά Πόλη, στην οδό Ερμού. Ο πατέρας μου ήταν ο πρόεδρος της ελληνοορθόδοξης κοινότητας και είχε αντιστασιακή δράση, βοηθούσε κόσμο, έσωζαν όσους μπορούσαν μαζί με τους άλλους.

Οι Ιταλοί θέλανε να τον εξορίσουν, αλλά ο Μπιλιότι ο δήμαρχος ήταν φιλέλλην, τον έσωσε ακόμη και στην περίπτωση που ανέβασαν την ελληνική σημαία στο γυμνάσιο. Γι αυτή του τη δράση μας έκλεισαν την επιχείρηση και την πούλησαν σε Ιταλούς. Έμεινε κλειστή για χρόνια, με ό,τι είχαμε περνούσαμε. Μετά μου ζήτησαν πολλά λεφτά για να την πάρω πίσω.

Τα δωσα. Όταν ήρθε ο Ντε Βέκι να κυβερνήσει τη Ρόδο, τον πατέρα μου επειδή ήταν μεγάλος σε ηλικία τον έβαλαν σε κατ΄ οίκον περιορισμό, στο σπίτι μας στην Ιαλυσό, κι εγώ αντικατέστησα τον πατέρα μου στη φυλακή. Μ΄ έκλεισαν ,μαζί με άλλους, σε μια παράγκα στο στάδιο του Διαγόρα. Από το 1940 μέχρι το 1943 ήμουν κλεισμένος εκεί, μαζί με τον Γαβριήλ Χαρίτο, κι άλλους δεκατρείς με δεκατέσσερις ακόμα.

Τις άλλες φορές γιατί χάσατε τα λεφτά σας; Την δεύτερη φορά ήμουν ασφαλισμένος σε ιταλική ασφάλεια, κι όταν έγινε ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας είχα πληρώσει τότε τις ασφάλειες σε χρυσές λίρες και καταστράφηκαν όλες οι οικονομίες μου, έχασαν την αξία τους.

Σας θυμίζει κάτι αυτό από το σήμερα; Πώς, πολλά! Οι Ιταλοί ελέγανε κάτι: «Φτωχή Ελλάς»! Αυτό μου ΄μεινε στο μυαλό. Και φοβούμαι πως ό,τι πάθανε στην Κύπρο θα πάθουμε κι εμείς εδώ. Επί γερμανικής κατοχής είχαμε τον Χίτλερ, που ήθελε να κάνει όλο τον κόσμο Γερμανία. Τώρα κήρυξαν πάλι πόλεμο… οικονομικό.

Κι η τρίτη φορά που χάσατε τα λεφτά σας; Οι ‘Αγγλοι βομβάρδιζαν και έπεσε πάνω στο κατάστημά μου βόμβα! Καταστράφηκε ολοσχερώς.

Ήσασταν άτυχος τότε! Τύχη δεν είχα ποτέ. Είχα μυαλό, φαίνεται. «Όχι», ποτέ δεν είπα. Έχασα τα λεφτά μου, έλεγα θα τα ξανακάνω και τα κανα. Ήμουν ξεφτέρι. Τώρα σταματάει το μυαλό μου. Πάω στην κουζίνα ξεχνώ τί θέλω και μετά από δέκα λεπτά θυμάμαι. Τέλος πάντων. Ήμουνα ευχαριστημένος, παρά τις κακουχίες που τράβηξα επί Ιταλίας, ήμουν ευχαριστημένος.

Ζείτε μόνος σας σ΄ αυτό το μεγάλο σπίτι; Με τη γάτα μου, τη Σίζι. Δίπλα μένει η κόρη μου, η Ιωάννα. Αυτή θα με πάει στο γιατρό, αυτή θα με φροντίσει. Έκανα δύο κορίτσια, έχω τέσσερα εγγόνια, δύο δισέγγονα, είμαι ευχαριστημένος. Ο βίος μου είχε σκαμπανεβάσματα, ακόμα σκέφτομαι πως απέκτησα τα σπίτια, την περιουσία μου… Όταν έβαλα να χτίσω, τί τράβηξα…Όμως τα κατάφερνα πάντοτε. Κι αυτό θέλω να πω σήμερα στους νεότερους: όσοι έχουν μυαλό καλά θα πάνε. Είναι κακές μέρες, θα ΄ρθουν και καλές.

Βλέπω καπνίζετε! Καπνίζετε πολλά τσιγάρα την ημέρα; Όχι, δέκα μόνο. Από το 1936 καπνίζω, αλλά όχι πολλά. Επί Ιταλίας κάπνιζα αυτά που φτιάχνανε στη Ρόδο. Μετά τον Άσσο Φίλτρο.

Και βλέπω πίνετε και το ουισκάκι σας! Τρία την ημέρα! Θα πιω ένα το πρωί, προς το μεσημέρι ένα, κι ένα τώρα το βράδυ. Όχι πολύ, στον πυθμένα βάζω και το γεμίζω νερό το ποτήρι. Θέλεις να πιεις ένα?

Όχι, ευχαριστώ. Το ουίσκι σας αρέσει, κι όχι κάποιο άλλο ποτό; Από τότε που έκανα εγχείρηση, έλκος στομάχου, πίνω ουισκάκι. Ο γιατρός μου το σύστησε, μου είπε «θα πίνεις ουισκάκι που είναι καθαρό και για σένα φάρμακο, όχι αεριούχα ποτά», κι έτσι έκοψα την μπύρα. Τώρα όταν βγαίνουμε έξω σαν οικογένεια μ΄ αρέσει το κρασάκι, το λευκό. Το «2400» παίρνω.

Έχετε μεθύσει ποτέ στη ζωή σας; Μια φορά μέθυσα, ήμουν με τα κοντά παντελονάκια, εσώκλειστος σε αγγλική σχολή, στην Αθήνα. Πήγαμε εκδρομή στην Ελευσίνα, όλοι πίνανε ρετσίνα, την έβαλα κι εγώ πρώτη φορά στο στόμα μου, ήπια πολύ, μέθυσα και έμεινα δυό μέρες στο κρεβάτι. Από τότε ούτε να την μυρίσω δεν μπορώ.

Βγαίνατε, διασκεδάζατε; Ήμουν συγκρατημένος άνθρωπος, ούτε κραιπάλες ούτε ξενύχτια. Αλλά εγώ στη ζωή μου γύρισα όλο τον κόσμο! Έκανα τρία ταξίδια το χρόνο. Στη Ρωσία πήγα επί Στάλιν. Μισή ώρα περίμενα στα διαβατήρια για να μπω μέσα. Στο Χογκ Κόγκ, παντού. Μόνο Αίγυπτο δεν πήγα, κι ας ήθελα.

Φίλους είχατε σ΄ αυτή τη ζωή; Φίλο δεν είχα, κανέναν. Κανέναν δεν είχα φίλο, έτσι φάνηκε.

Ο κόσμος είναι κακός; Ο κόσμος είναι ζηλόφθονος. Υπάρχουν και καλοί, πολλοί. Πάρε τους Κωτιάδηδες. Χρυσοί άνθρωποι. Η Κωτιάδενα όταν αφήσω παράθυρο ανοιχτό με παίρνει τηλέφωνο από απέναντι, μου το λέει. Όταν ήρθε από την Αυστραλία και παντρεύτηκε με τον Κωτιάδη της έφερε δάσκαλο, να της μάθει τα ελληνικά. Κι ήταν όμορφη! Μέχρι σήμερα έχει ξενική προφορά.

Μαθαίνω βγαίνετε με τους φίλους σας, πηγαίνετε για φαγητό, για καφέ… Έχω παρέες, τις Κυριακές πάμε για το καφεδάκι μας στο «Βράχο»,και στο Φιλέρημο για φαγητό. Με το Σάββα Μαμαλίγκα, τον Θοδωρή Χατζηκυριάκο, τον Χατζηδημητρίου, τον Σωτηράκη, τον Παπαμανόλη. Αλλά εγώ είμαι ολιγόλογος. Όταν θέλω να γλεντήσω θα μαζέψω την οικογένειά μου, τα εγγόνια μου και θα τους πω: «εγώ θα πληρώσω». Μ΄ αρέσει να τρώω σε κινέζικο εστιατόριο και βρήκα κι ένα με ωραίους ελληνικούς μεζέδες.

Είστε πολύ καλά, το βλέπω… Όχι, έχω τη μέση μου και ξεχνώ κιόλας. Λέω στο γιατρό: «Πάω για σχόλασμα;». Προερχόμουνα από ιταλικό σχολείο, ήξερα ιταλικά άπταιστα, αλλά σιγά-σιγά τα ξεχνάω και τα αγγλικά όταν μιλάνε οι άλλοι τους καταλαβαίνω, όχι να μιλήσω εγώ.

Αν ξεκινούσατε τη ζωή σας τί δεν θα κάνατε; Αυτό δεν μπορώ να σου το πω. Δεν είμαι εις θέση πια να σκεφτώ. Μερικές φορές λέω «έπαθα αλτσχάιμερ». Άλλες φορές επανέρχομαι.

Έχετε ένα όνειρο ακόμα; Όχι, δεν έχω πια. Εσταμάτησα απ΄ αυτά. Είμαι εκατόν ένα χρονών! Οσάκις πάω στο κρεβάτι, θα κάνω το σταυρό μου, θα δείξω το Θεό με το δάχτυλό και θα πω «όποτε θέλει ας με πάρει, εγώ είμαι εδώ»…


rodiaki.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...