—της Όλγας Σελλά—
Μερικές μέρες νωρίτερα η πρεμιέρα ενός από τα πιο γνωστά και τα πιο αγαπητά μιούζικαλ, του «Καμπαρέ», που έγραψαν οι Φρεντ Εμπ και Τζον Κάντερ και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μπομπ Φος το 1972, θα ήταν απλώς μια ευχάριστη βραδιά για το αθηναϊκό κοινό.
Λίγες μέρες πιο πριν, αυτό το ίδιο αθηναϊκό κοινό, που γέμισε την περασμένη Παρασκευή την αίθουσα Τριάντη στο Μέγαρο Μουσικής, θα ξανάκουγε τη μουσική που συνοδεύει πολλά ακούσματα όλων μας από τότε, θα έφερνε, αναπόφευκτα, στον νου του τη συγκλονιστική Λάιζα Μινέλι στον ρόλο της Σάλι Μπόουλς και θα σιγοψιθύριζε τα τραγούδια της παράστασης.
Κι επειδή μεγάλη κουβέντα γίνεται τούτες τις μέρες για το πόσο συνειδητές ήταν οι ψήφοι που αναπάντεχα πήγαν σ’ αυτό το σχήμα που ενδύθηκε τον μανδύα της διαμαρτυρίας, της οργής και της φιλολαϊκής μέριμνας, έχω την αίσθηση ότι την απάντηση την έδωσε με εξαιρετική ευγλωττία εκείνη η
Οχι, ασφαλώς δεν θα λυνόταν έτσι το ζήτημα. Οχι, ασφαλώς δεν είναι αυτή η μόνη μέθοδος «άμυνας» – (η μνήμη και η διαπαιδαγώγηση)- στη διείσδυση νεοφασιστικών ιδεολογιών με σύγχρονο προσωπείο. Είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά δεν είναι ικανή για να σταματήσει την εξάπλωση ούτε της κοινωνικής ούτε της εκλογικής αποδοχής του φαινομένου. Χρειάζονται πολύ περισσότερα και διαρκή. Κυρίως ψυχραιμία και διάθεση για να δούμε αλλιώς την πολιτική, την πόλη και την πολιτεία που θέλουμε. Κι ίσως μετά να δούμε αλλιώς κι εμάς και τους διπλανούς μας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
skaleadis