Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Μαρξισμός: ιδεολογία και πρακτική της κυριαρχίας


«Απεχθάνομαι το ν κομμουνισμό, γιατί είναι η άρνηση της ελευθερίας και γιατί δε μπορώ να αντιληφθώ τίποτα το ανθρώπινο χωρίς ελευθερία. Δεν είμαι κομμουνιστής γιατί ο κομμουνισμός απορροφά όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας μέσα στο κράτος, γιατί καταλήγει απαραίτητα στη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας στα χέρια του κράτους, ενώ εγώ θέλω την κατάργηση του κράτους –την ριζική εξάλειψη της εξουσίας και της κηδεμονίας του κράτους– που, με την πρόφαση ότι κάνει τους ανθρώπους ηθικούς και πολιτισμένους, τους έχει σήμερα υποδουλώσει, καταπιέσει, εκμεταλλευτεί και εξαθλιώσει.» Μιχαήλ Μπακούνιν

Είναι ευδιάκριτη, πλέον, η αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσαν μέχρι τώρα οι κοινωνικές δομές. Οι ισορροπίες που υπήρχαν διαταράσσονται. Αυτά οφείλονται στην περίοδο που διανύουμε και η οποία χαρακτηρίζεται από την διαδικασία ανασυγκρότησης του κρατισμού και της κυριαρχίας τόσο σε τοπικό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Έχει αναφερθεί και σε άλλα κείμενα, ότι η διαδικασία αλλαγών στο κοινωνικό πεδίο είναι ένα μέρος του κρατικού σχεδιασμού, που έχει έναν ορίζοντα υλοποίησης μεγάλων σχετικά χρονικών περιόδων. Όταν, όμως, γίνεται πιο άμεση η ανάγκη του κράτους να ανασυγκροτηθεί -και άρα να επιταχυνθούν οι ρυθμοί τότε, η επίδραση της αλλαγής των χαρακτηριστικών της επιβολής του στους ανθρώπους γίνεται σκληρότερη. Σε αυτές τις συνθήκες το κράτος –συνθήκη αντιανθρώπινη, καταδυναστευτική και καταστροφική– αναζητά και βρίσκει αρκετούς συμμάχους σε όλο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα.

Ένας σημαντικός πυλώνας της συνέχειας ύπαρξης του κράτους είναι ο μαρξισμός-λενινισμός, καθώς και όλα τα αριστερά επαναστατικά ή μη παρακλάδια του. Δίνοντας λίγο προσοχή στην αοριστία των εννοιών «επανάσταση» και «κοινωνική απελευθέρωση» και στο τρόπο με τον οποίο οι θιασώτες του μαρξισμού και κατ’ επέκταση του κομμουνιστικού αλλά και αριστερού λόγου την αναπαράγουν, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι είναι αδύνατο να πορευθούν οι άνθρωποι προς την ελευθερία με όρους πολιτικούς, άρα και οικονομικούς, καθώς και με πρακτικές καθαρά εξουσιαστικές.

Η μαρξιστική ιδεολογία έχει ένα πολύ δυσάρεστο για τους ανθρώπους χαρακτηριστικό και αυτό είναι η χρησιμοποίησή τους σαν «επαναστατικά υποκείμενα» αφαιρώντας τους ή εγκλωβίζοντας και αποστειρώνοντας κάθε ικμάδα σκέψης και δημιουργικής πρακτικής. Είτε οι άνθρωποι αποτελούν το «επαναστατικό υποκείμενο», είτε είναι συστατικά μιας πολιτικής οντότητας, (του κόμματος) η έννοια της υποταγής της πλειοψηφίας στη μειοψηφία, η μονολιθικότητα των πολιτικών αποφάσεων και τακτικιστικών πρακτικών ευνουχίζει και αλλοτριώνει κάθε προσπάθεια δημιουργικής δράσης, εξεγερτικού και απελευθερωτικού αγώνα. Δεν είναι τυχαίο, πως την διαδικασία του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» έχουν υιοθετήσει πλήρως τα λεγόμενα δεξιά και σοσιαλιστικά κόμματα. Το ίδιο πλαστή είναι και η δήθεν δημοκρατικότητα των «λοιπών» αριστερών με τις μαζικές συνελεύσεις, όπου επιχειρείται να κρυφτεί η πλέον αποκρουστική μορφή εξουσίας, αφού πίσω από την «ελεύθερη έκφραση» υπάρχουν τα ήδη προαποφασισμένα σε άλλους τόπους και χρόνους ή κυριαρχεί η ευκαιριακά συμφεροντολογική «γνώμη της μάζας».

Η έννοια της «μάζας» με την οποία, οι επίγονοι των Μαρξ-Ένγκελς και συνεχιστές της εξουσιαστικής θεωρίας τους, μέσω του Λενινισμού, αναφέρονται στους ανθρώπους, αυτομάτως καθιστά το ανθρώπινο στοιχείο «εργαλείο» για τις εξουσιαστικές επιδιώξεις μιας «φωτισμένης πρωτοπορίας», που περιτυλιγμένη με τον όποιο «επιστημονισμό» αναλαμβάνει να καθοδηγήσει πολιτικά τους ανθρώπους, προβάλλοντας το ψέμα ότι η κοινωνική απελευθέρωση περνάει μέσα από τις αποφάσεις μιας δομημένης, διαχωρισμένης ομάδας που θα διαχειριστεί τους όρους πραγμάτωσής της.

Είναι σαφές, ότι για τους κάθε είδους μαρξιστές ή μαρξίζοντες, η ανθρώπινη οντότητα δεν έχει κάποια αξία και περιφρονείται αυτό που λέγεται άνθρωπος με όλη την πολυσυνθετότητα που εμπεριέχει. Η παρεμβολή αυτή του μαρξισμού, στις ανθρώπινες απελευθερωτικές διεργασίες, είναι μια διαδικασία για την κλιμακούμενη απομάκρυνση των καταπιεσμένων από την άμεση δραστηριοποίηση τους –στο πλαίσιο δράσης για την λεγόμενη κοινωνική απελευθέρωση–, με τη χρήση διαφόρων τεχνικών που σχετίζονται με τη δομική λειτουργία της «πρωτοπορίας» (ή του κόμματος) καθώς και με διάφορους ελιγμούς ή διαπραγματεύσεις με τους εκάστοτε διαχειριστές της εξουσίας.

Ο τακτικισμός και η πολιτική, όντας συνδεδεμένα μεταξύ τους και αποτελώντας συστατικά της εξουσιαστικής μεθοδολογίας επιβολής, αποτελούν τον κορμό της μαρξιστικής λογικής και τεχνικής τόσο στην εφαρμογή της φαιής προπαγάνδας, όσο και στην εξουσιαστική αντίληψη της θεωρίας των σταδίων, και την προσαρμογή των απόψεων και των ουσιαστικών αναγκών των ανθρώπων στο πλαίσιο που η εκάστοτε εξουσία έχει οριοθετήσει (αύξηση μισθών, όχι απολύσεις, βελτίωση συνθηκών εργασίας κ.ο.κ.).

Ο μαρξισμός-λενινισμός, έχοντας σαν κύρια επιδίωξη την κατάληψη της εξουσίας και την διαχείριση των πολιτικών και οικονομικών υποθέσεων της κοινωνίας, έχει επιλέξει σαν εργαλείο για την περάτωση της εξουσίας του, το «προλεταριάτο» σαν «επαναστατικό υποκείμενο». Αυτό το εφεύρημα της μαρξιστικής «θεολογίας» διαχωρίζει τα ανθρώπινα κοινωνικά σύνολα, θέτει σαν όρο την «σύσταση» -και κατ’ άλλους την «επανασύσταση»- της «τάξης» και την «ταξική» ομοιομορφία.

Από την άλλη, η ιστορική πορεία της κυριαρχίας έχει δείξει ότι είναι συνυφασμένη με τη διάλυση και την ανασύνθεση των κοινωνικών στρωμάτων. Σε κάθε περίπτωση αυτό γίνεται πιο έντονο όταν η κυριαρχία ανασυγκροτείται σε όλα τα επίπεδα. Η ανασύνθεση προκαλεί αναπόφευκτα κοινωνικές αναταράξεις και συγκρούσεις. Σίγουρα, σε κάθε χρονική στιγμή της κοινωνικής σύγκρουσης, κάποια κομμάτια της κοινωνίας ενδέχεται να πρωτοστατούν στη σύγκρουση με τους εξουσιαστές, αλλά αυτό δε τα καθιστά «πρωτοπορία» του κοινωνικού απελευθερωτικού αγώνα. Η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει την καταστροφή του κράτους και όλων των διαχωρισμών, κοινωνικών ή μη, και βρίσκεται στον αντίποδα της όποιας προσπάθειας για την «ανάπτυξη ταξικής συνείδησης».

Οπότε, δεν έχει κανένα νόημα η ανάπτυξη ενός αγώνα για την «επανασύσταση» της οποιασδήποτε «τάξης» εκτός και αν δεν υπάρχει πρόθεση να συμβάλλουμε στην κατάργηση των κοινωνικών διαχωρισμών και των προνομίων. Άλλωστε, όποιος παλεύει για ταξικά συμφέροντα στην ουσία στηρίζει την εξουσία, αφού τάξη και εξουσία είναι άρρηκτα συνδεμένα. Η απόλυτα ανταγωνιστική προς την ανθρώπινη ελευθερία μαρξιστική θεωρία στην ουσία προανήγγειλε την συγκρότηση ενός ταξικού κομματιού στο πλευρό της ήδη υπάρχουσας εξουσίας. Ανέκαθεν τα κομμουνιστικά κόμματα, οι φορείς της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας και μαζί με αυτά η ευρύτερη αριστερά, είχαν σαν μέλημα τους, τη σωστή λειτουργία των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους. Ακόμα και ο Μαρξ, δεν πιστεύουμε ότι θα διαφωνούσε με κάτι τέτοιο, αφού η ουσία της θεωρητικής του κατασκευής αποσκοπεί στην αναμόρφωση του κράτους. Ανατρέχοντας στο παρελθόν διαπιστώνουμε πως είναι πολλές οι περιπτώσεις, όπου οι κομμουνιστές δεν έχασαν την όποια ευκαιρία τούς δόθηκε προκειμένου να διαφυλάξουν και να ισχυροποιήσουν την κρατική οντότητα καθώς και τη θέση τους στο σύμπλεγμα του εξουσιαστικού συστήματος. Ειδικά στον ελλαδικό χώρο οι περιπτώσεις είναι αρκετές.

Ένα (από τα πολλά) χαρακτηριστικό γεγονός είναι η επιστολή του γενικού γραμματέα του κομμουνιστικού κόμματος Γιάννη Κορδάτου, το 1923, με την οποία «διαμαρτύρεται» στον Πλαστήρα (είχε προηγηθεί κατάπνιξη του φιλοβασιλικού κινήματος Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη με τη βοήθεια των κομμουνιστών, χωρίς, όμως, να τους προσκαλέσουν στις μετέπειτα συζητήσεις) όπου αναφέρει ξεκάθαρα ότι το μέτρο για την «ριζικήν εκκαθάρισην της καταστάσεως πρέπει να είναι εκλογαί Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως […] με το αναλογικόν εκλογικόν σύστημα […] είμεθα οπαδοί της Κοινωνικής Δημοκρατίας […] υποστέλλοντες προσωρινώς την σημαίαν της Κοινωνικής Δημοκρατίας θα αγωνισθώμεν δια την επιβολήν, με τη θέλησιν πάντοτε της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, της αβασιλεύτου δημοκρατίας (τύπου αστικής δημοκρατίας της Δυτικής Ευρώπης)», [Γιάννη Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμος ΧΙΙΙ].

Εννοείται πως δεν κάνουμε αναφορά σε μία επαναστατική περίοδο, αλλά μια κρίση του πολιτικού συστήματος και της διακυβέρνησης του κράτους, όπου απλόχερα το κομμουνιστικό κόμμα συμπορεύεται με τους λοιπούς εξουσιαστές. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και μερικά χρόνια αργότερα (αρχές της δεκαετίας του ’30) η αλλαγή πολιτικής του ΚΚΕ, παραμερίζοντας τα περί «τρίτης και τελευταίας περιόδου του καπιταλισμού και ανάγκης επαναστατικής δράσης της εργατικής τάξης» και εφαρμόζοντας τις αποφάσεις και την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για τη δημιουργία «λαϊκών μετώπων» (τα κοινά δηλαδή μέτωπα «εργατικών» και αστικών δημοκρατικών κομμάτων με σκοπό την διάσωση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, μεταξύ ηγεσιών των κομμάτων και «πάλη» με νόμιμα μέσα, ειρηνικές συγκεντρώσεις, υπεράσπιση του πολιτεύματος). Η πολιτική αυτή οδήγησε στην δικτατορία του Μεταξά το 1936 με μεγάλες ευθύνες του ΚΚΕ για αυτό το αποτέλεσμα, για το οποίο στη συνέχεια, ζητούσε και τα ρέστα!

Η σχεδόν ισοδυναμία των δυο μεγαλυτέρων κομμάτων, Λαϊκό και Φιλελεύθεροι, στις εκλογές με απλή αναλογική το Γενάρη του 1936, έδωσε στο Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ – Αγροτικό κόμμα) το ρόλο του «ρυθμιστικού» παράγοντα με τις 15 έδρες που είχε. Έτσι το Φλεβάρη του ’36, οι κομμουνιστές μυστικά υπογράφουν με τους βενιζελικούς το «σύμφωνο Σκλάβαινα – Σοφούλη» διαπραγματευόμενοι την ψήφιση του Σοφούλη (αρχηγός των Φιλελευθέρων) σαν προέδρου της βουλής. Οι όροι της διαπραγμάτευσης είχαν σε γενικές γραμμές συμφέρουσες για το ΚΚΕ διατάξεις, όπως η κατάργηση του νόμου 4229 (Ιδιωνύμου) και επιστροφή των εκλογικών δικαιωμάτων όσων είχαν καταδικαστεί με αυτόν, παροχή αμνηστίας σε βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου, ανάμεσα τους και ο Ν. Ζαχαριάδης, και σε όλους τους πολιτικούς καταδίκους και εξόριστους, την κατάργηση της αντικομουνιστικής Υπηρεσίας Αμύνης του κράτους, καθώς και την καταπολέμηση των δικτατορικών φασιστικών τάσεων. Θα μπορούσε να πει κάποιος: «Καλά, δε συμφώνησαν και κάτι κακό…». Λάθος. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της εξουσιαστικής λογικής της κομμουνιστικής ιδεολογίας και των κομμάτων της, αφού από τη μια παγιοποιούν την εξουσία (κοινοβούλιο, νόμοι) από την άλλη αναλαμβάνουν το ρόλο του καθοδηγητή της «πάλης» των ανθρώπων και κάθε απελευθερωτικής για την κοινωνία διεργασία, την οποία επιθυμούσε ο κόσμος.

Η δίψα για εξουσία που χαρακτήριζε, και χαρακτηρίζει, τους επιγόνους του μαρξισμού-λενινισμού και όλα ανεξαιρέτως τα κομμουνιστικά κόμματα, όπως επίσης και ο μόνιμος φόβος για την ανάπτυξη εξεγερτικών διαδικασιών που ξεκινούν με αυθόρμητο και πρωτοβουλιακό τρόπο από διάφορα κοινωνικά κομμάτια και αφήνουν αποτυπώματα μιας επιθυμίας για έναν ανεξούσιο κόσμο, είναι που κάνει τα «μέτωπα» να χρησιμοποιούνται σαν βαλβίδα ισορροπίας με σκοπό τη συντήρηση και διαιώνιση της εξουσιαστικής κυριαρχίας και του πολιτικού μοντέλου αντιπροσώπευσης.

Η εμπειρία από τους κοινωνικούς αγώνες, έχει αποδείξει περίτρανα πως όσες φορές υπήρξε «σύνθεση» των εξεγερτικών-επαναστατικών απελευθερωτικών αντιλήψεων και πρακτικών με τις εξουσιαστικές, το αποτέλεσμα υπήρξε καταστροφικό για τους εξεγερμένους. Η ύπαρξη των αναρχικών είναι άρρηκτα δεμένη με όλους τους καταπιεσμένους που θέλουν να καταστρέψουν την κυριαρχία σε όλες της τις μορφές και με μέσα που εναρμονίζονται με την ολική απελευθερωτική προοπτική. Αυτό είναι ξεκάθαρο, όπως ξεκάθαρες πρέπει να είναι και οι αντιλήψεις οι οποίες εκ των πραγμάτων βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή με εκείνες τις απόψεις και ιδεολογίες που θέλουν να σώσουν την κοινωνία. Οι αναρχικοί δεν είναι σωτήρες. Όσοι θέλουν να σώσουν την κοινωνία στην ουσία θέλουν να την εξουσιάσουν. Τα ρήγματα στα τείχη της εξουσίας, μπορούν να επέλθουν από σχέδια δράσης που συνδέονται με την ολική διάσταση της απελευθέρωσης που δεν υποκύπτει στη πολιτική και τον τακτικισμό.

Πως επομένως θα μπορούσαν να συνυπάρχουν μέσα στους κόλπους ενός «επαναστατικού κινήματος», στο όποιο υπάρχουν απόψεις, θεωρήσεις, ιδεολογίες και πρακτικές από κατάφωρα εξουσιαστικές έως ολόπλευρα αναρχικές, αντιεξουσιαστικές και αντικρατικές; Απλά δε θα μπορούσαν.

Έστω ότι παίρνουμε σαν συνδετικό τους στοιχείο την αντίθεση τους απέναντι στην υπάρχουσα κρατική και καπιταλιστική πραγματικότητα και κάνουμε το λάθος να εντάξουμε αναρχικούς και μαρξιστές, σε μια ενιαία κατάσταση με κύριο χαρακτηριστικό της να είναι το επαναστατικό, τότε οι αναρχικοί ή θα γίνουν απλά «επαναστάτες» που θέλουν να ανατρέψουν την υπάρχουσα πραγματικότητα και μόνο ή οι μαρξιστές θα αποκτήσουν χαρακτηριστικά που ούτε η ιδεολογία τους, ούτε η πρακτική τους περιέχει. Ποιο επαναστατικό κίνημα λοιπόν;

Η έννοια του «κινήματος» μόνο σαν τυποποίηση των κοινωνικών δυνάμεων μπορεί να χαρακτηριστεί και να οδηγήσει στην υιοθεσία μη αναρχικών και αποξενωτικών από τη δυναμική του κοινωνικού ανταγωνισμού, τεχνικών (πλατφόρμες, συμφωνίες, πλαίσια).

Οι μαρξιστές-λενινιστές ακολούθησαν μέσα από τα κινήματα ή τα κόμματα το δρομολόγιο που τους προσδιορίστηκε από την αρχή από τους ιδρυτές της θεωρίας αυτής και έγιναν αναπόσπαστο και απαραίτητο κομμάτι της κυριαρχίας.

Ο μαρξισμός είναι ιδεολογία και πρακτική της κυριαρχίας. Σαν τέτοιο τον πολεμούμε, γιατί σαν τέτοιος υπάρχει.

Π.
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 113, Φεβρουάριος 2012
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...