Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Από την άλλη πλευρά…

Ή­ταν το χει­ρό­τε­ρο που μπο­ρού­σε να του συμ­βεί. Δεν εί­χε κλεί­σει κα­λά-κα­λά έ­να μή­να στη δου­λειά και να που βρι­σκό­ταν ξα­νά ά­νερ­γος. Και το χει­ρό­τε­ρο ή­ταν πως δεν μπο­ρού­σε να κα­κί­σει άλ­λον α­πό τον ε­αυ­τό του. Ού­τε που το κα­τά­λα­βε πώς έ­γι­νε. Το γε­γο­νός ό­μως ή­ταν πως τον εί­χαν πιά­σει στα πρά­σα να κοι­μά­ται του κα­λού και­ρού με το κε­φά­λι α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο γκι­σέ. «Το βλά­κα! Το βλά­κα!» ξέ­σπα­σε, και τα μά­τια του πλημ­μύ­ρι­σαν δά­κρυα. Τι στο διά­ο­λο ή­θε­λε και τα πή­ρε ε­κεί­να τα χά­πια χτες βρά­δυ! Αλ­λά βλέ­πεις τον εί­χε πιά­σει μια φο­βε­ρή κρί­ση άγ­χους, που τον εί­χε πα­ρα­λύ­σει.
Εί­χε κα­θί­σει σταυ­ρο­πό­δι πά­νω στο κρε­βά­τι και το μό­νο που μπο­ρού­σε να κά­νει ή­ταν να πα­λα­ντζά­ρει μπρος πί­σω το κορ­μί του με τον ι­δρώ­τα να τρέ­χει πά­νω του πο­τά­μι. Τέ­λος, δεν ά­ντε­ξε πια. Άρ­πα­ξε το κου­τί με τα χά­πια απ’ το τρα­πέ­ζι και το ά­δεια­σε στη χού­φτα του. Ού­τε ή­ξε­ρε πό­σα εί­χε κα­τε­βά­σει. Ή­ταν ε­πό­με­νο, λοι­πόν, να γί­νει αυ­τό που έ­γι­νε.

Γύ­ρι­σε στην τρώ­γλη του σέρ­νο­ντας τα βή­μα­τά του κι έ­πε­σε κα­τευ­θεί­αν στο κρε­βά­τι.

Ό­ταν ξύ­πνη­σε ο ή­λιος εί­χε κιό­λας βα­σι­λέ­ψει. Έ­νιω­θε χά­λια. Τον έ­πια­σε α­πό­γνω­ση. «Τι θα κά­νω, τι θα κά­νω», μο­νο­λό­γη­σε και με­μιάς έ­νιω­σε την α­γω­νί­α να ει­σχω­ρεί μέ­σα του απ’ ό­λους τους πό­ρους του κορ­μιού του. Ό­χι, δεν μπο­ρού­σε να μεί­νει έ­τσι, έ­πρε­πε κά­τι να κά­νει για να τη βγά­λει κι α­πό­ψε. Ντύ­θη­κε και βγή­κε. Τρά­βη­ξε ί­σα στα στέ­κια ό­που ή­ξε­ρε πως θα έ­βρι­σκε αυ­τό που ζη­τού­σε. Θα έ­φτα­νε ως και στο να που­λή­σει το αί­μα του για να α­πο­κτή­σει αυ­τό που θα του ε­πέ­τρε­πε να διώ­ξει για λί­γο α­πό πά­νω του το ψυ­χο­φθό­ρο άγ­χος.

Γύ­ρι­σε στο σπί­τι του με έ­να τριπ και χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση, το κα­τά­πιε. Δεν πέ­ρα­σαν ό­μως λί­γα λε­πτά και α­ντι­λή­φθη­κε πως κά­τι δεν πή­γαι­νε κα­λά. Το ο­νει­ρι­κό τα­ξί­δι στο βα­σί­λειο της γα­λή­νης, με­τα­τρε­πό­ταν τα­χύ­τα­τα σε φρι­χτό ε­φιάλ­τη. Σκο­τει­νές δυ­νά­μεις που ως τό­τε α­γνο­ού­σε α­να­δύ­ο­νταν μέ­σα α­πό τα τρί­σβα­θα της υ­πό­στα­σής του και σαν άλ­λοι διά­βο­λοι της κο­λά­σε­ως τον τυ­ραν­νού­σαν. Βο­γκού­σε. Έ­να φο­βε­ρό συ­ναί­σθη­μα ε­νο­χής τον κα­τέ­λα­βε. Εί­χε την αί­σθη­ση πως εί­χε δια­πρά­ξει κά­τι το φο­βε­ρό, κά­τι το α­νε­πα­νόρ­θω­το. Κοί­τα­ξε τα χέ­ρια του και δια­πί­στω­σε με τρό­μο πως ή­ταν βου­τηγ­μέ­να στο αί­μα. Δεν εί­ναι δυ­να­τό, δεν εί­ναι δυ­να­τό, φώ­να­ζε, έ­κλει­νε τα μά­τια του, τα ξα­νά­νοι­γε, το αί­μα ή­ταν α­κό­μα ε­κεί, σαν ζω­ντα­νή α­πό­δει­ξη του α­πο­τρό­παιου ε­γκλή­μα­τος που εί­χε δια­πρά­ξει. Και τό­τε α­ντι­λή­φτη­κε πως εί­χε πα­γι­δευ­τεί. Έ­βλε­πε το ε­σω­τε­ρι­κό του δω­μα­τί­ου του, τα α­ντι­κεί­με­να που το γέ­μι­ζαν, μα δεν μπο­ρού­σε να τα πιά­σει. Βρι­σκό­ταν πα­γι­δευ­μέ­νος πί­σω α­πό έ­να διά­φα­νο αλ­λά α­δια­πέ­ρα­στο πα­ρα­πέ­τα­σμα που τον χώ­ρι­ζε για πά­ντα α­πό τον κό­σμο που εί­χε ως τό­τε ζή­σει. Τον έ­πια­σε α­πελ­πι­σί­α. Πά­σχι­ζε α­πε­γνω­σμέ­να να πε­ρά­σει α­πό την άλ­λη με­ριά, να ξα­να­βρεί τον κό­σμο στον ο­ποί­ο α­νή­κε, αλ­λά ό­λες του οι προ­σπά­θειες α­πέ­βαι­ναν ά­καρ­πες.

Και τό­τε έ­νιω­σε μια ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη να γεν­νιέ­ται μέ­σα του. «Πρέ­πει να στεί­λω έ­να μή­νυ­μα σε αυ­τούς που εί­ναι α­πό την άλ­λη με­ριά, να τους προ­ει­δο­ποι­ή­σω να μην κά­νουν το σφάλ­μα που έ­κα­να ε­γώ», σκέ­φτη­κε. Τον έ­πια­σε υ­πε­ρέ­ντα­ση. Έ­ψα­ξε γύ­ρω με το βλέμ­μα. Εί­δε πε­σμέ­νο κά­τω έ­να μι­κρό κομ­μά­τι χαρ­τό­νι. Πή­ρε έ­να μο­λύ­βι και με χέ­ρι που έ­τρε­με χά­ρα­ξε ό­πως-ό­πως πά­νω στο χαρ­τό­νι μια μό­νο φρά­ση:

ΜΗΝ ΤΟ ΔΟΚΙΜΑΣΕΤΕ ΠΟΤΕ!

Orel
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 41, Ιούλιος-Αύγουστος 2005./anarchypress.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

skaleadis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...