Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Νατούφιοι: μια συζήτηση για την αληθινή φύση του ανθρώπου

Όπως κι αν καταπιαστούμε με το ζήτημα της ελευθερίας, τίθεται πάντοτε το ερώτημα: ποια είναι πραγματικά η φύση του ανθρώπου; Είναι στη φύση μας να ζούμε διαμοιρασμένοι σε μικρά πολιτισμικά «κλουβιά», που μας διασπούν την προσοχή και μας φυλακίζουν σε αυταπάτες; Είναι στην φύση μας να θέλουμε να κερδίζουμε περισσότερα, να μην εμπιστευόμαστε; Είναι στη φύση μας, τελικά, να θέλουμε ο ένας να βλάψουμε τον άλλον ή να του επιβληθούμε;

Τόσο βαθιά που είμαστε οι περισσότεροι βουτηγμένοι στον πολιτισμό, αδυνατούμε να διακρίνουμε ποια είναι τα φυσικά μας χαρακτηριστικά, ποιος είναι ο φυσικός τρόπος θέασης του κόσμου, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που φέρουμε, επειδή γεννηθήκαμε άνθρωποι. Το ζήτημα της ελευθερίας είναι τόσο ζωτικό, όσο το να ορίσουμε αυτή τη φύση. Ο άνθρωπος γεννήθηκε, για να είναι ελεύθερος. Κι όμως, κατάφερε να το ξεχάσει. Πόσοι σήμερα θέτουν ως υπέρτατο φυσικό τους στοιχείο την ελευθερία; Κι αν θέτουμε, όμως, αυτό το ζήτημα, πολλοί θα ισχυριστούν ότι είναι ουτοπικό.

Δε μένει, τότε, να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις απαρχές του πολιτισμού και να κοιτάξουμε ακόμη πιο πίσω, στην ζωή των ανθρώπων πριν εγκατασταθούν μόνιμα σε έναν τόπο κι αρχίσουν να συγκροτούν κοινωνίες, χωριά, να εξημερώνουν σα θηριοδαμαστές τη γη και να διασπείρουν παντού την κοσμοθεωρία της επιβολής. Θα πει κάποιος μα αφού ο άνθρωπος έφτιαξε τον πολιτισμό, δεν είναι κι αυτός μέρος της φύσης του; Η απάντηση στο ερώτημα είναι η ίδια η καθημερινότητά μας. Αν νιώθουμε ότι, ζώντας όλο και πιο πολιτισμένοι, απελευθερώνονται οι φυσικές μας δυνατότητες.

Κάθε άλλο· γινόμαστε όλο και πιο εξαρτημένοι από τεχνητούς τρόπους θέασης του κόσμου, είμαστε όλο και πιο υποταγμένοι απ’ τις τεχνητές κατασκευές και πιο ανίσχυροι σωματικά και πνευματικά ως ανεξάρτητα φυσικά όντα. Ελάχιστοι ξέρουν να παρατηρούν τις φυσικές εναλλαγές του καιρού, της γης, της θάλασσας, των ζώων και των φυτών. Ίσως, τελικά, δεν εξημερώσαμε τη φύση, αλλά το μόνο που κάνουμε διαρκώς είναι να την εξαγριώνουμε.

Μπορούμε, λοιπόν, ακόμη να βρούμε τα όρια του ήμερου και του άγριου; Τί ξέρουμε για το μακρινό εκείνο παρελθόν, όταν ο άνθρωπος κυνηγούσε, για να τραφεί ή περισυνέλεγε την τροφή του; Ένα οριακό σημείο στην πορεία του ανθρώπου είναι αυτό που οι αρχαιολόγοι ονόμασαν Νατούφια περίοδο. Οι Νατούφιοι κατοικούσαν στην περιοχή που ονομάζουμε εύφορη ημισέληνο, δηλαδή στη σημερινή Συρία, Παλαιστίνη-Ισραήλ, έρημο Σινά, την ευρύτερη περιοχή του Τίγρη και του Ευφράτη, την Ανατολία. Πήραν το όνομά τους απ’ το όνομα μιας σύγχρονης πόλης, μα αυτό δεν έχει κι ιδιαίτερη σημασία.

Σημαντικό είναι ότι αυτές οι ομάδες ανθρώπων, με βάση τα ως τώρα στοιχεία, έκαναν τις πρώτες απόπειρες να καλλιεργήσουν τη γη, χωρίς όμως να φτάσουν σε αυτό που θα ονομάζαμε γεωργική οικονομία. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μια συγκεκριμένη ομάδα, με ενιαία χαρακτηριστικά. Ίσα-ίσα, ήταν μικρές διάσπαρτες ομάδες, διασκορπισμένες σε πολλές διαφορετικές περιβαλλοντικές περιοχές, ξέροντας να συνυπάρχουν ως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες με όλα τα διαθέσιμα φυσικά στοιχεία. Κάποια στιγμή, όμως, μερικές απ’ αυτές ανακάλυψαν τον τρόπο να εξημερώνουν τα φυτά και τα ζώα.

Ακόμη και τότε, ωστόσο, πέρασαν μερικές χιλιετίες, για να μπορούμε να μιλάμε για γεωργική οικονομία, μικρά χωριά, κοινωνική οργάνωση, έναν σταθερό ή μόνιμο τρόπο ζωής, όπου μπαίνουν άλλοι κανόνες, όπου η καθημερινότητα εξαρτάται απ’ τον κύκλο των γεωργικών εργασιών και της κτηνοτροφίας. Ας μείνουμε, λοιπόν, στους Νατούφιους, τους ανθρώπους που για μας σήμερα βρίσκονται χρονικά σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο άγριο και το εξημερωμένο. Ωστόσο, η κοσμοθεωρία τους δεν ήταν τόσο απλοϊκά μια μετάβαση.

Η ζωή που βασίζεται στην μετακίνηση, στην αναζήτηση τροφής απ’ το κυνήγι και την τροφοσυλλογή, στην ομαδική συντροφική ζωή και την ανταλλαγή τους αφήνει χρόνο να σκεφτούν, να παίξουν. Το ταξίδι τους στην ζωή περιβάλλεται εξ ολοκλήρου απ’ τη φύση. Το σώμα τους δυνατό, ώστε να αντέξει τις εναλλαγές. Το πνεύμα τους διαυγές, ακούραστο, αντιλαμβάνεται και τον παραμικρό ήχο, που μπορεί να είναι ευκαιρία για τροφή ή κίνδυνος-θάνατος. Η ματιά τους κοφτερή, το αυτί τους φιλτράρει κάθε ήχο, που δεν είναι ακόμη θόρυβος. Η αντίληψή τους χωράει όλο τον κόσμο, γιατί εκεί μέσα κατοικούν σε έναν κόσμο που είναι ολόκληρος.

Σύνορα δεν υπάρχουν, οι άλλοι είναι μια συνάντηση. Ακόμη κι εχθρική ή καχύποπτη, αλλά πάντως συνάντηση. Αν σκεφτεί κανείς πόσους απ’ τους ανθρώπους που βλέπουμε καθημερινά τους συναντάμε στ’ αλήθεια και δεν περνάμε απλώς από δίπλα τους, τότε εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε την αξία της συνάντησης. Ο κύκλος της ζωής σημαίνει κάτι. Η ανάμιξη των ομάδων γίνεται, για να μπορούν αυτές να διατηρούνται ζωντανές. Αλλιώς, οι διαρκείς αιμομιξίες θα οδηγήσουν στον αφανισμό.

Κι όταν έρθει ο θάνατος, έχοντας μιαν άλλη αντίληψη για τους δικούς τους, αρχίζουν να τους θάβουν. Κι όχι μόνο τους θάβουν, αλλά και τους περιβάλλουν με μια ιδιαίτερη μεταχείριση. Δεν είναι απλώς τροφή για τα όρνια. Δεν είναι το ξένο σώμα, που η ζωή εγκατέλειψε κι έκανε αγνώριστο στα ζώντα ζώα. Πολλά ζώα που διατηρούν ακόμη την αγριότητά τους κάνουν αυτό ακριβώς: αφήνουν το κουφάρι του μέχρι πρότινος συντρόφου τους ως ένα άγνωστο σώμα, χωρίς να το αναγνωρίζουν πια. Αυτό που πριν λίγο, όντας εν ζωή, το περιέβαλαν με αμέριστη τρυφερότητα. Οι Νατούφιοι, λοιπόν αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη φροντίδα τους νεκρούς τους. Ωστόσο, αυτή η πρακτική ακόμη δεν έχει μετατραπεί σε δικαίωση του παρόντος μέσα απ’ τη λατρεία των προγόνων.

Οι οργανωμένες νεκρικές τελετές, με το πέρασμα του χρόνου, απ’ τις κοινωνίες των γεωργών και μετά, καλλιεργούν την ιδιαίτερη, ξεχωριστή ταυτότητα των συγγενών. Οι νεκροί δεν ανήκουν σε όλη την κοινότητα, αλλά σε μια συγκεκριμένη οικογένεια, που φέρει έναν ιδιαίτερο ρόλο μέσα στο σύνολο. Σταδιακά, η κοινότητα αυξάνεται, επιβάλλεται σε άλλες και μεγαλώνει. Γίνεται μια κοινωνία, που απαιτεί διαχείριση. Οπότε, η πολιτική έρχεται να εδραιώσει την αναγκαιότητά της. Οι αρχηγοί αποκτούν εξουσία, μοιράζουν ρόλους, εξειδικεύουν τις εργασίες. Κι οι νεκροί πρόγονοι δείχνουν ότι αυτοί κρατούν από σπουδαίες ηρωικές γενιές.

Έχουν ανησυχίες αυτοί οι άνθρωποι; Είναι έρμαια ενός κόσμου και άγονται και φέρονται, σαν άβουλα όντα απ’ τις καιρικές συνθήκες και την μετακίνηση των κοπαδιών; Είναι τυφλοί ακόλουθοι μιας φυσικής κατάστασης, που δεν τους αφήνει, στο κυνήγι της επιβίωσης, να σκεφτούν τίποτε και να αντιδράσουν; Όπως όλα δείχνουν, κάθε άλλο! Είναι δυναμικοί συνομιλητές της φύσης, δεν είναι έρμαιά της.

Μάλιστα, αξιοποιούν ό,τι τους δίνει κάθε φορά το περιβάλλον. Όταν το κλίμα αλλάζει και από θερμότερο και υγρότερο γίνεται ψυχρότερο και ξηρότερο, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι δασικές εκτάσεις, εκείνοι τρέφονται με τη μικρή ποώδη βλάστηση και κατόπιν, όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο, με μικρά όσπρια, που είναι ανθεκτικά στην ξηρασία. Η αφθονία είναι μια έννοια παρεξηγημένη ίσως. Το ό,τι οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες αξιοποιούν ό,τι έχουν γύρω τους με σοφία, όντας τελικά αυτάρκεις και κατορθώνοντας να συντηρηθούν αποτελεσματικά δείχνει ότι, όχι μόνο προσαρμόζονται στο περιβάλλον, αλλά είναι και μέρος του.

Οι Νατούφιοι, ενώ ίσως έχουν δοκιμάσει να καλλιεργήσουν κάποιους σπόρους, όχι συστηματικά, αλλά μάλλον πειραματικά, δεν είναι οι άνθρωποι που υποτάσσουν το περιβάλλον τους. Μετακινούνται σαν υγιή αιμοσφαίρια στις φλέβες της γης, όχι σαν τα καρκινικά, που καταστρέφουν τη ζωτική της ενέργεια, όπως ο σύγχρονος άνθρωπος. Συλλέγουν άγριους καρπούς και δημητριακά και κυνηγούν μικρά γρήγορα ζώα. Το πνεύμα τους αεικίνητο. Ακόμη και τα εργαλεία τους είναι μικρά, για να μπορούν να τα κουβαλούν. Κι όταν φτιάχνουν μεγάλα λίθινα, π.χ. γουδιά, που απαιτούσαν ώρες και κόπο, για να κατασκευαστούν, δε διστάζουν να τα παρατήσουν, για να μην τους είναι βάρος. Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε αυτή την ελευθερία, την καθαρότητα από κάθε είδους βάρος, υλικό και πνευματικό.

Δεν είναι τυχαίο, βέβαια, που όταν οι άνθρωποι γίνονται γεωργοί, όχι μόνο βασίζονται σε σχέσεις ιδιοκτησίας, αλλά και προσπαθούν να εξοικονομήσουν ενέργεια, για να υπηρετήσουν με απερίσπαστη δουλικότητα τη γη. Άρα, γίνονται πιο νωθροί και τεμπέληδες σε όσα δεν έχουν να κάνουν με την αγροτική παραγωγή. Μάλιστα, τα ίχνη της τροφής τους δείχνουν ότι στην περίοδο της μονιμότητας και της γεωργικής οικονομίας, το κυνήγι περιορίζεται στα πιο αργά και «εύκολα» να πιαστούν ζώα. Και βέβαια, ήρθε μαζί κι η εξημέρωση πολλών απ’ αυτά, δηλαδή η αιχμαλωσία τους.

Στη δεκαετία του ’90 ανακαλύφθηκαν στο Gbekli Tepe και σε γύρω κοντινές περιοχές σύνολα μεγάλων κυκλικών αρχιτεκτονικών κατασκευών, που κατά διαστήματα, εγκάρσια στους τοίχους τους, διακόπτονται από μεγάλες λίθινες στήλες σε σχήμα Τ. Οι στήλες αυτές μιμούνται την ανθρώπινη μορφή, φτάνοντας στα 5 μέτρα. Κάθε μια φέρει ανάγλυφες μορφές άγριων ζώων. Το Gbekli Tepe, η πιο γνωστή τέτοια θέση, δεν βρίσκεται σε μια εύφορη περιοχή, αλλά σε μια άνυδρη έκταση, που απέχει αρκετά απ’ την πλησιέστερη πηγή νερού. Επί πλέον, στην περιοχή δεν βρέθηκε κοντά οικισμός, σπίτια δηλαδή, ούτε ίχνη αντικειμένων καθημερινής χρήσης. Βρέθηκαν οστά άγριων –όχι εξημερωμένων– ζώων. Όπως έδειξαν τα στοιχεία τις εν λόγω κατασκευές τις έφτιαξαν οι Νατούφιοι, οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, που χρειάστηκε να μεταφέρουν με κόπο τους μεγάλους αυτούς λίθους. Μάλιστα, όταν εμφανίστηκαν οι γεωργοί μετά απ’ αυτούς, τούτος ο ιδιαίτερος χώρος συγκέντρωσης των ομάδων καλύφθηκε σκόπιμα με χώμα και ξαναχτίστηκε στο ίδιο σημείο ένα άλλο μνημείο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν πρώτα απ’ όλα, ότι μια κοινή πίστη ένωσε πολλές ομάδες κυνηγών- τροφοσυλλεκτών ν’ αναζητήσουν μιαν άλλη μορφή έκφρασης, ν’ αφηγηθούν ιστορίες και μάλιστα επιβλητικές. Ένιωσαν την επιθυμία να συνδεθούν με άλλες μορφές του κόσμου. Σκάλισαν την πέτρα, έφεραν νερό και τροφή από αλλού, για να κατορθώσουν να τα δημιουργήσουν. Κι όμως, το μυστήριο θα παραμένει πάντα: τί είναι αυτό που τους οδήγησε σε αυτές τις κατασκευές, όταν οι ίδιοι δεν έμεναν ακόμη μόνιμα σε έναν τόπο; Κράτησαν μερικά σημεία σταθερά, για να συναντιούνται, ίσως να πραγματοποιούν κάποιο είδος τελετών, ίσως να βιώνουν ένα άλλο είδος αφήγησης απ’ της καθημερινότητας. Ίσως ήταν ένας τόπος όπου βρίσκονταν, για να ανταλλάξουν εμπειρίες και αντικείμενα (οι πρώτες δεν μπορούν να βρεθούν, τα δεύτερα δε βρέθηκαν in situ).

Το σκλαβωμένο μυαλό ίσως σκεφτεί αμέσως έναν αρχηγό που διατάζει και δίνει εντολές, να τελειώσει γρήγορα το έργο. Όμως, γιατί να τελειώσει γρήγορα το έργο; Ποιος βιάζεται; Το έργο έχει άλλη αξία: ότι είναι συλλογικό. Πιο εύκολα θα πει ο σκλαβωμένος λόγος: αυτά τα έφτιαξαν εξωγήινοι, παρά ελεύθεροι άνθρωποι, που ο αέρας περνούσε αβίαστα μέσα απ’ τα ρουθούνια τους, η σκόνη χάιδευε το δέρμα τους κι ο ιδρώτας πότιζε με τις σταγόνες του, ανεμπόδιστα, τη συλλογική δημιουργία.

Οι θεοί τους ήταν ακόμη προσωπικοί, εξέφραζαν την προσωπική τους φωνή, την προσωπική τους μεταφυσική, τον εαυτό τους, που τους έλεγε πώς να πράττουν και να ζουν. Οι προσωπικοί θεοί του καθενός συνομιλούσαν μέσα στην κοινότητα. Έπαιρναν τη μορφή ζώων, ταξίδευαν σαν τα φυσικά στοιχεία. Με τη δημιουργία των μόνιμων μεγάλων κοινωνιών, οι θεοί άνηκαν πλέον στο κράτος, που διαχειριζόταν τις συνειδήσεις των πιστών του. Βγήκαν μέσα απ’ τους ανθρώπους και το σώμα της φύσης και ανέβηκαν στον ουρανό.

Τα σύμβολα των γεωργών μετατρέπουν τις γυναικείες μορφές σε θηριοδαμάστριες και τους άντρες σε παραγωγικές-γονιμοποιούς δυνάμεις. Η γυναίκα υποτάσσει το άγριο, ο άντρας γίνεται η βροχή, που γονιμοποιεί το χωράφι. Η γυναίκα δεν είναι πια τροφός, παρά μόνο ως υπηρέτρια, δηλαδή υποταγμένη, τροφός. Ο άντρας δεν είναι κυνηγός, είναι πολεμιστής που επιβάλλεται με την ανδρεία-ανδρισμό του. Ο ανδρισμός γίνεται αξία επιβολής και η θηλυκότητα μια βίαιη παρουσία που υποτάσσει τα πάντα στο πέρασμά της.

Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες δεν χάθηκαν γιατί η φύση δεν μπορούσε να τους θρέψει, αλλά γιατί πλέον η γη δεν έφτανε για όλους. Κι είναι διαφορετικό το ένα από το άλλο. Όταν η γη ανήκει σε κάποιους, έχει όρια, απομονώνεται με σχέσεις ιδιοκτησίας, τότε κάποιοι ή θα πρέπει να υποταχθούν στη νέα τάξη πραγμάτων είτε να χαθούν. Οι γεωργοί είτε ενσωμάτωσαν και κατέκτησαν τις κοινότητες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών είτε τις εξολόθρευσαν. Το πνεύμα της υλικής βεβαιότητας και της εντατικής εκμετάλλευσης επικράτησε του πνεύματος της ελευθερίας και της αυτάρκειας. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι το τελευταίο δεν υπήρξε ή δεν υπάρχει διάσπαρτο και κινούμενο ακόμη και σήμερα.

Είναι στη φύση των ανθρώπων να δημιουργούν μαζί μόνο υπό το κνούτο της εξουσίας; Ποιος μπορεί ν’ αμφιβάλει ότι οι άνθρωποι έφτασαν κάποτε να δημιουργήσουν ελεύθερες κοινότητες, χωρίς να είναι, όπως κάποιοι θέλουν να τους παρουσιάζουν, άβουλα πλάσματα, έρμαια του κόσμου; Είναι ο Λεβιάθαν[1] η φύση του ανθρώπου; Είναι ο άνθρωπος απ’ τη φύση του μοχθηρός κι επικίνδυνος για τους γύρω του τόσο, που θέλει ένα κράτος να υποτάξει την ορμή του; Είναι πιο δύσκολο σήμερα να πειστούμε ότι κάποτε οι άνθρωποι έζησαν στ’ αλήθεια ελεύθεροι, θεωρώντας τις αναρχικές κοινότητες ουτοπικές, αλλά σπάνια βρίσκεται κάποιος, που ν’ αμφιβάλει για την αληθινή αξία μερικών χρωματιστών χαρτιών που μπορούν να ανταλλαχθούν με τα πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Οι Νατούφιοι μπορούν, όμως, να μας μιλήσουν. Όχι τόσο απ’ όσα άφησαν, όσο από εκείνα που δεν άφησαν. Και αυτό δεν χρειάζεται αποδείξεις. Το βλέμμα τους ατένιζε κάθε στιγμή τον ορίζοντα. Ανέβαινε σε υψώματα και καθαριζόταν σε τρεχούμενες πηγές. Κι αυτό δε μας το άφησαν, μας άφησαν όμως να το σκεφτούμε, να το συλλάβουμε με το μυαλό μας, πριν κι αυτό χαθεί για πάντα στη μεγάλη ροή του σύμπαντος.

Η ελευθερία δεν είναι μαθηματική εξίσωση, για να χρειάζεται απόδειξη ή λύση. Δεν είναι έκθεση ιδεών, απαιτώντας πειστικά επιχειρήματα, για να υπάρχει. Είναι, όμως, ιστορίες, με διακοπές και παύσεις, με σκέψεις και ταξίδια, μια αέναη μετακίνηση στο φως και το σκοτάδι. Και δεν είναι παράξενο ότι κάθε στιγμή, όσο κι αν μοιάζει ότι εξαντλείται ανεπιστρεπτί, ότι πεθαίνει εν μια νυκτί, εκείνη επιστρέφει να μας θυμίσει την παρουσία της, να ψιθυρίσει με σιγουριά: είμαι εδώ.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

[1]. Φιλοσοφικό έργο που συνέγραψε ο Τόμας Χομπς εν έτη 1651 και στο οποίο υποστηρίζει, εν ολίγοις, πως το κράτος εμφανίστηκε ως απόλυτη ανάγκη, διότι οι άνθρωποι είναι από την φύση τους μοχθηροί και κατασπάραζαν ο ένας τον άλλον ως άλλα άγρια θηρία. Ποιος σας είπε πως η ακράτως βλακεία θεραπεύεται αν αποκτήσεις πρόσβαση σε περίλαμπρους ακαδημαϊκούς θώκους; Τουναντίον, μάλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

skaleadis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...