Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ο ελλαδικός χώρος λίγο πριν από το 1821


Τουρκαλβανοί
Τα προεπαναστατικά χρόνια
Συ­νε­χί­ζο­ντας τη χά­ρα­ξη του κύ­κλου του ψέ­μα­τος (ό­που κα­λεί­ται να ε­γκλω­βι­στεί κά­θε προ­σπά­θεια λο­γι­κής ερ­μη­νεί­ας της ι­στο­ρί­ας), η κρα­τι­κο­δί­αι­τη ι­στο­ριο­γρα­φί­α θα α­πο­δώ­σει την έ­ξαρ­ση των α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών α­γώ­νων των κα­τα­πιε­σμέ­νων κα­τά την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρίο­δο στον ο­θω­μα­νο­κρα­τού­με­νο «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο», στη με­τεκ­κέ­νω­ση, μέ­σω μιας εκ­πο­ρευό­με­νης και ε­πι­χο­ρη­γού­με­νης απ’ τους α­στούς, κυ­ρίως των πα­ροι­κιών, παι­δευ­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας, των ι­δε­ών του ευ­ρω­πα­ϊ­κού δια­φω­τι­σμού, και στην τό­νω­ση ε­νός ου­σια­στι­κά α­νύ­παρ­κτου ε­θνι­κού αι­σθή­μα­τος, στην πο­λυ­φυ­λε­τι­κή, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή, πο­λυ­ϊ­διω­μα­τι­κή και χα­λα­ρά συν­δε­μέ­νη κοι­νο­τι­κή ελ­λα­δι­κή κοι­νω­νί­α.

Η α­ντί­λη­ψη αυ­τή, ε­κτός του ό­τι θέ­λει τους πα­ντε­λώς α­ναλ­φά­βη­τους φτω­χούς ρα­γιά­δες κοι­νω­νούς του δη­μιουρ­γού­με­νου ι­δε­ο­λο­γι­κού πλαι­σί­ου α­να­διάρ­θρω­σης των κυ­ριαρ­χι­κών και εκ­με­ταλ­λευ­τι­κών σχέ­σε­ων στον ευ­ρω­παϊ­κό χώ­ρο, ε­πι­χει­ρεί να δια­στρε­βλώ­σει μια ι­στο­ρι­κά τεκ­μη­ριω­μέ­νη α­λή­θεια. Το γε­γο­νός, δη­λα­δή, ό­τι η πο­λι­τι­σμι­κή ο­μο­γε­νο­ποί­η­ση των ε­τε­ρο­γε­νών αν­θρώ­πι­νων πλη­θυ­σμών του «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου», μέ­σω της ε­πι­βο­λής του ι­δε­ο­λο­γή­μα­τος του ελ­λη­νι­σμού, θα κα­τορ­θω­θεί με τη βί­α και μια μα­κρό­χρο­νη ε­θνι­κή εκ­παί­δευ­ση, με­τά την συ­γκρό­τη­ση του ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Έ­να μέ­ρος, της αλ­λοιω­μέ­νης μέ­σα απ’ τα κά­θε λο­γής ι­δε­ο­λο­γι­κά φίλ­τρα, προ­ε­πα­να­στα­τι­κής κοι­νω­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μας με­τα­φέ­ρει με το Γρα­φι­κό Τα­ξί­δι του στον «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο», που εκ­δό­θη­κε στα 1782, ο Σουα­ζέλ Γκου­φιέ, πα­ρά τις φα­ντα­σια­κές του εμ­μο­νές να α­να­κα­λύ­πτει πα­ντού έλ­λη­νες και την τά­ση του να α­γνο­εί το δυ­να­στι­κό και εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό έρ­γο των χρι­στια­νι­κών η­γε­τι­κών ο­μά­δων, λό­γω της αρ­χαιο­λα­τρί­ας, της χρι­στια­νι­κής πί­στης και της α­ρι­στο­κρα­τι­κής του κα­τα­γω­γής και συ­νεί­δη­σης. «Και ό­μως», γρά­φει, «ας μη νο­μί­σει κα­νείς ό­τι οι Έλ­λη­νες α­πο­θαρ­ρύν­θη­καν. Αν δεν εί­ναι γρα­φτό τους να ε­λευ­θε­ρω­θούν, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους, ό­μως, εί­ναι να λα­τρεύ­ουν πά­ντο­τε το ό­νο­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας. Σ’ αυ­τό α­ναμ­φί­βο­λα δεν υ­πο­κι­νού­νται α­πό το πε­φω­τι­σμέ­νο αί­σθη­μα των αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των, αί­σθη­μα, βέ­βαια, υ­ψη­λό και που προ­ση­λώ­νει μιαν α­ρε­τή σε α­νά­γκη της ε­λευ­θε­ρί­ας. Έμ­φυ­τη α­πο­στρο­φή προς την κα­τα­πί­ε­ση που τρέ­φε­ται και δυ­να­μώ­νει α­πό το μί­σος που ε­μπνέ­ουν οι κα­τα­χρή­σεις των πα­σά­δων, εί­ναι το κα­τ’ ε­ξο­χήν πά­θος που κυ­ριεύ­ει τις καρ­διές τους, πά­θος α­χώ­ρι­στο α­πό την ύ­παρ­ξη τους».(1)

Άλ­λω­στε κι απ’ τα δια­δρα­μα­τι­ζό­με­να γε­γο­νό­τα κα­τά την ε­πα­νά­στα­ση στη Γαλ­λί­α (1789) και τις ε­ξι­σω­τι­κές και «α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές» της ι­δέ­ες, στους κα­τα­πιε­σμέ­νους του η­πει­ρω­τι­κού ει­δι­κά «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου», δεν θα φτά­σει πα­ρά η η­χώ, και, α­ντί­θε­τα απ’ ό,τι συ­νέ­βη στα Ε­πτά­νη­σα, ό­χι μέ­σω της προ­πα­γάν­δας των για­κω­βί­νι­κων α­στι­κών συλ­λό­γων κι αυ­τής των γάλ­λων «α­πε­λευ­θε­ρω­τών», αλ­λά μέ­σα απ’ τον θού­ριο και τη Μασ­σα­λιώ­τι­δα του Ρή­γα και εξ α­ντα­να­κλά­σεως απ’ τις κοι­νο­λο­γού­με­νες πα­ντού κα­τα­δι­κα­στι­κές, της ε­πα­νά­στα­σης και της βα­σι­λο­κτο­νί­ας, ε­γκυ­κλί­ους της έ­ντρο­μης εκ­κλη­σί­ας, που ό­πως ή­ταν φυ­σι­κό προ­κα­λού­σαν το α­ντί­θε­το απ’ το σκο­πού­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα.

Πραγ­μα­τι­κά, α­πό τη «δια­κή­ρυ­ξη των δι­καιω­μά­των του αν­θρώ­που και του πο­λί­τη» —απ’ την ο­ποί­α οι α­στοί, κα­τα­στρα­τη­γώ­ντας το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της, θα κρα­τή­σουν μό­νο τις δια­τά­ξεις που ε­πι­κυ­ρώ­νουν την ιε­ρό­τη­τα της α­το­μι­κής ι­διο­κτη­σί­ας—, οι φτω­χοί ρα­γιά­δες του «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου», ό­πως και οι α­πα­ντα­χού κα­τα­πιε­σμέ­νοι, θα υ­ιο­θε­τή­σουν την προ­με­τω­πί­δα της, που ε­παγ­γε­λό­ταν ε­λευ­θε­ρί­α-ι­σό­τη­τα-α­δελ­φό­τη­τα, ό­πως έμ­με­σα πα­ρα­δέ­χε­ται και ο εκ­προ­σω­πών την κλη­ρι­κή α­ντί­δρα­ση Α­θα­νά­σιος Πά­ριος στη Χρι­στια­νι­κή Α­πο­λο­γί­α του (1793), ό­που κα­τα­κε­ραυ­νώ­νο­ντας τους γάλ­λους ε­πει­δή «…κο­ντά εις το κή­ρυγ­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας συ­νά­πτου­σιν και το κή­ρυγ­μα της ι­σό­τη­τας», ρω­τώ­ντας α­πο­φαί­νε­ται πως «…ο μω­ρός λαός και ου­χί σο­φός, τι άλ­λο πλέ­ον α­ρε­στόν και θελ­κτι­κόν και ε­ρε­θι­στι­κόν προς στα­σια­σμούς και δη­με­γερ­σίας κα­τά την κρειτ­τό­νων καρ­τε­ρεί να α­κού­σει έ­ξω α­πό αυ­τά τα δύ­ο;»(2)

Ο έ­στω και πε­ριο­ρι­σμέ­νος α­ντι­κα­το­πτρι­σμός των «ε­πα­να­στα­τι­κών» ι­δε­ών, αν και α­σφα­λώς θα συμ­βάλ­λει στο στα­δια­κό ξε­κα­θά­ρι­σμα, κα­τά την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο, των κα­λυμ­μέ­νων τους προ­η­γού­με­νους αιώ­νες κά­τω απ’ τη θρη­σκευ­τι­κή συ­νή­θως μά­σκα πραγ­μα­τι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του α­σί­γα­στου κοι­νω­νι­κού πο­λέ­μου, δεν θα εί­ναι φυ­σι­κά υ­πεύ­θυ­νος για την έ­ξαρ­σή του, κα­θώς αυ­τή πη­γά­ζει και α­ντα­να­κλά τη συ­ντε­λού­με­νη αυ­τούς τους χρό­νους ε­ξου­σια­στι­κή και εκ­με­ταλ­λευ­τι­κή α­ντε­πί­θε­ση κα­τά της ελ­λα­δι­κής κοι­νω­νί­ας, με την α­προ­κά­λυ­πτη πια α­ρω­γή των χρι­στια­νι­κών η­γε­τι­κών ο­μά­δων.

Μια ε­πί­θε­ση πο­λυ­μέ­τω­πη που διε­ξά­γε­ται κά­τω απ’ το φά­σμα της πο­λι­τι­κής και οι­κο­νο­μι­κής κα­τάρ­ρευ­σης της αυ­το­κρα­το­ρί­ας και εκ­δη­λώ­νε­ται με τη φε­ου­δα­λι­κή ε­πέ­κτα­ση σε βά­ρος της κοι­νο­τι­κής γαιο­κτη­σί­ας των «ε­λευ­θε­ρο­χω­ριών» και την α­πό­πει­ρα περαιτέρω αλ­λο­τρί­ω­σης των κοι­νο­τι­κών σχέ­σε­ων και χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, α­πό το κρά­τος και τους α­νερ­χό­με­νους α­στούς.

Η θε­σμο­ποί­η­ση της ά­τυ­πης για αιώ­νες κοι­νο­τι­κής ε­ξου­σί­ας και η νο­μι­μο­ποί­η­ση της εκ­με­ταλ­λευ­τι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας των κα­τό­χων της, θα ο­ρι­στι­κο­ποι­η­θούν αυ­τή την πε­ρί­ο­δο με τη στα­δια­κή κα­τα­γρα­φή του ε­θι­μι­κού δι­καί­ου, με­τά α­πό α­παί­τη­ση των κο­τζα­μπά­ση­δων στο Μω­ρη­ά και των οι­κο­κυ­ραί­ων-πλοιο­κτη­τών στα νη­σιά και με τη βί­α ό­που υπήρ­ξαν α­ντι­δρά­σεις.

Στην ε­πι­χεί­ρη­ση με­τα­τρο­πής των χρι­στια­νι­κών και ο­θω­μα­νι­κών (κο­νιά­ρι­κων) «ε­λευ­θε­ρο­χω­ριών» της ο­ρει­νής Θεσ­σα­λί­ας, της Στε­ρε­άς και της Η­πεί­ρου σε τσι­φλί­κια, με τη βί­α, το τέ­χνα­σμα και την, κά­τω α­πό τη φο­ρο­λο­γι­κή πί­ε­ση, ε­ξα­γο­ρά απ’ τον Α­λή πα­σά και τους α­ξιω­μα­τού­χους του, οι α­γρό­τες με­τά την ε­ξά­ντλη­ση κά­θε άλ­λου μέ­σου α­ντί­δρα­σης «ό­χι σπά­νια ή­ταν α­να­γκα­σμέ­νοι να α­ντι­στα­θούν με τα ό­πλα» κι ό­που αυ­τό δεν ή­ταν κα­τορ­θω­τό να ε­γκα­τα­λεί­ψουν τα χω­ριά τους και να κα­τα­φύ­γουν στην πα­ρα­νο­μί­α των βου­νών, αρ­νού­με­νοι να γί­νουν «…ά­θλιοι εί­λω­τες προ­σκε­κο­λλη­μέ­νοι εις το έ­δα­φος υ­πό σι­δη­ρούν ζυ­γόν υ­πο­χρε­ού­με­νοι να ερ­γά­ζο­νται δι’ άλ­λον την ι­δί­αν αυ­τών γην», που ή­ταν η μοί­ρα, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο Ι­μπρα­ήμ Μα­τζούρ ε­φέ­ντης,(3) ό­σων υ­πέ­κυ­πταν στα χέ­ρια του δι­ψα­σμέ­νου για χρή­μα και ε­ξου­σί­α Α­λή Πα­σά.

Μια μοί­ρα που δί­νει α­νά­γλυ­φα, πε­ρι­γρά­φο­ντας τη λει­τουρ­γί­α του τσι­φλι­κιού, ο Α­νώ­νυ­μος της Ελ­λη­νι­κής Νο­μαρ­χί­ας: «Ο κύ­ριος, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, δί­δει το σπό­ρον του γε­ωρ­γού, ο ο­ποί­ος, α­φού δου­λεύ­ση μα­ζί με την συμ­βί­αν του και τα τέ­κνα του δι’ ό­λο το χρό­νο, α­φού, λέ­γω, α­φα­νί­ση τα βό­δια του και κα­τα­χα­λά­ση τα ερ­γα­λεί­α του, συ­νά­ζει, τέ­λος πά­ντων, τον καρ­πόν —και πολ­λά­κις η φύ­σις δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται δι­καί­ως εις τους κό­πους του— τον ο­ποί­ον ας υ­πο­θέ­σω­μεν ως 10. Ευ­θύς ο κύ­ριος του χω­ρα­φί­ου λαμ­βά­νει τα 2/3, και μέ­νου­σι 3 1/3. Ο ε­πι­στά­της του χω­ρί­ου, ή μάλ­λον ει­πείν ο φα­νε­ρός κλέ­πτης, αρ­πά­ζει άλ­λο έ­να και μέ­νουν 2 1/3. Ο κύ­ριος του χω­ρα­φί­ου λαμ­βά­νει διά τον σπό­ρον 1/3 και ού­τως μέ­νουν του γε­ωρ­γού μό­νο 2, α­πό τα ο­ποί­α έ­χει να ζω­ο­τρα­φή και να εν­δυ­θή αυ­τός και η φα­μί­λια του».(4)

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί της α­πε­γνω­σμέ­νης προ­σπά­θειας των α­γρο­τών των «ε­λευ­θε­ρο­χω­ριών» να α­πο­φύ­γουν τη με­τα­τρο­πή τους σε δου­λο­πά­ροι­κους, εί­ναι οι έ­νο­πλοι α­γώ­νες των σου­λιω­τών, χορ­μο­βι­τών, χει­μα­ριω­τών κ.ά.,(5) χω­ρίς ω­στό­σο να τα κα­τα­φέ­ρουν και εν­δει­κτι­κές της άρ­νη­σης με­γά­λων τμη­μά­των του πλη­θυ­σμού να α­πο­δει­χθούν την ε­πι­δεί­νω­ση των ό­ρων δια­βί­ω­σης και τη συρ­ρί­κνω­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας τους στα ό­ρια της αν­θρώ­πι­νης α­ντο­χής, η έ­ξαρ­ση της κλέ­φτι­κης δρα­στη­ριό­τη­τας (που ση­μα­ντι­κή της κα­μπή θ’ α­πο­τε­λέ­σει ο μαρ­τυ­ρι­κός θά­να­τος, με­τά α­πό προ­δο­σί­α προ­ε­στών και κλή­ρου, του Κα­τσα­ντώ­νη, στα 1808) και ο πολ­λα­πλα­σια­σμός των ά­τα­κτων μι­κτών λη­στρι­κών σω­μά­των που, κά­τω α­πό το φά­σμα της ε­ξα­θλί­ω­σης, ε­πι­δρά­μουν ό­χι μό­νο σε μο­να­στή­ρια (π.χ. της Ε­λασ­σώ­νας στα 1790) και τσι­φλί­κια (ό­πως του διώ­κτη των κλε­φτών Γιου­σούφ Α­ρά­πη στα 1802), αλ­λά και σε μι­κρά ο­ρει­νά «ε­λευ­θε­ρο­χώ­ρια».

Φυ­σι­κά, οι α­ντι­δρά­σεις αυ­τές των ρω­μη­ών, αλ­βα­νών, βλά­χων και τούρ­κων καταπιεσμένων μό­νο σε ε­θνι­κά κί­νη­τρα δεν υ­πα­κού­ουν, ό­σο κι αν η ε­πί­ση­μη ι­στο­ρί­α, —α­γνο­ώ­ντας το πρό­δη­λο—, προ­σπα­θεί να πεί­σει πε­ρί του α­ντι­θέ­του, ό­πως άλ­λω­στε κι ο εν­δο­ε­ξου­σια­στι­κός α­γώ­νας που διε­ξά­γε­ται πα­ράλ­λη­λα και του ο­ποί­ου τις κυ­ριό­τε­ρες εκ­δη­λώ­σεις θ’ α­πο­τε­λέ­σουν στον συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο αυ­τή την πε­ρί­ο­δο οι γα­λου­χη­μέ­νες στην α­γκα­λιά της ρώ­σι­κης ε­πε­κτα­τι­κής πο­λι­τι­κής εκ­στρα­τεί­α του Νι­κο­τσά­ρα(6) στη Μα­κε­δο­νί­α (1807) και η προ­δο­μέ­νη (απ’ τους αρ­μα­τω­λούς Στουρ­νά­ρη και Δε­λη­γιάν­νη), α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­πό­πει­ρα του Πα­πα-Θύ­μιου Βλα­χά­βα (1808) να ε­νώ­σει τους υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νους, απ’ τη συ­γκε­ντρω­τι­κή πο­λι­τι­κή του Α­λή Πα­σά, αρ­μα­τω­λούς και τους α­πει­λού­με­νους απ’ την κυ­ριαρ­χι­κή του ε­πέ­κτα­ση μπέ­η­δες και α­γά­δες ε­να­ντί­ον του. Η σύλ­λη­ψη του Βλα­χά­βα, με­τά α­πό μια πε­ρί­ο­δο πει­ρα­τι­κής δρά­σης και ο μαρ­τυ­ρι­κός του θά­να­τος (1809) θα ση­μα­το­δο­τή­σουν και την αρ­χή του τέ­λους του αρ­μα­τω­λι­σμού, κα­θώς, ό­σοι δεν πε­ρά­σουν στα νη­σιά του Ιο­νί­ου για να συ­νε­χί­σουν τη στρα­τιω­τι­κή τους κα­ριέ­ρα στις κα­τα­σταλ­τι­κές δυ­νά­μεις των ε­ναλ­λα­σσό­με­νων κα­τα­κτη­τών τους (ρώ­σων, γάλ­λων, άγ­γλων), θα με­τα­τρα­πούν σε έμ­μι­σθους διεκ­πε­ραιω­τές των συμ­φε­ρό­ντων του Α­λή Πα­σά και σε διώ­κτες –μα­ζί με τ’ αρ­βα­νί­τι­κα στρα­τεύ­μα­τα– των λί­γων α­νυ­πό­τα­κτων ο­μο­λό­γων τους και των κλε­φτών.

Η συντριβή των κλεφτών


Η σύλληψη του Κατσαντώνη

Στο Μω­ρη­ά η διο­γκού­με­νη α­κα­τά­παυ­στα τα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια κρα­τι­κή φο­ρο­λο­γί­α, που με τις α­παι­τή­σεις του κλή­ρου και τις προ­σαυ­ξή­σεις των ε­νοι­κια­στών της κο­τζα­μπά­ση­δων γι­νό­ταν α­βά­στα­χτη, θα προ­κα­λέ­σει α­νά­λο­γα α­πο­τε­λέ­σμα­τα, α­φού η α­δυ­να­μία των κοι­νο­τή­των ν’ α­ντα­πο­κρι­θούν στις φο­ρο­λο­γι­κές τους υ­πο­χρε­ώ­σεις θα ο­δη­γή­σει σε συ­γκέ­ντρω­ση της γαιο­κτη­σί­ας σε λί­γα χέ­ρια.

Η α­παλ­λο­τρί­ω­ση ι­διαί­τε­ρα με­τά τα ορ­λω­φι­κά της κοι­νο­τι­κής γαιο­κτη­σί­ας απ’ τους οθωμανούς πα­σά­δες και τους χρι­στια­νούς κο­τζα­μπά­ση­δες, οι ο­ποί­οι, ό­πως α­να­φέ­ρει στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ο Οι­κο­νό­μου, «…ε­κτός των ό­σων αυ­τοί εκ προ­τέ­ρου διε­τή­ρη­σαν, α­γο­ρά­ζο­ντες και κα­το­χάς απ’ τους ευά­ριθ­μους γε­ωρ­γούς των ο­λι­γαν­θρώ­πων χω­ρί­ων ή και α­πό τούρ­κους πτω­χεύσα­ντας, α­πέ­κτη­σαν και τι­νές αυ­τών τσι­φλί­κια»,(7) θα προ­κα­λέ­σει, ό­πως και στον υ­πό­λοι­πο η­πει­ρω­τι­κό «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο», το φού­ντω­μα του φαι­νο­μέ­νου της κοι­νω­νι­κής λη­στεί­ας.

Ο τρό­μος μπρο­στά στην α­νε­ξέ­λε­γκτη κλέ­φτι­κη δρα­στη­ριό­τη­τα, θα συ­σπει­ρώ­σει τα αλ­λη­λο­σπα­ρασ­σό­με­να μι­κτά τα­ρά­φια (κόμ­μα­τα) των οθωμανών και χριστιανών γαιο­κτη­μό­νων σε μια ε­πι­χεί­ρη­ση πε­ριο­ρι­σμού της, κά­τω α­πό τη στή­ρι­ξη της κε­ντρι­κής ε­ξου­σίας και με τις ευ­λο­γί­ες του κλή­ρου.

Το έ­ναυ­σμα της σφο­δρής έ­νο­πλης α­ντι­πα­ρά­θε­σης, που θα κρα­τή­σει δύ­ο χρό­νια (1804-1806) και θα κα­τα­λή­ξει στον α­πο­δε­κα­τι­σμό των κλε­φτών, αλ­λά και στη διά­λυ­ση των α­ντα­γω­νι­στι­κών, στη δια­χεί­ρι­ση της ε­ξου­σί­ας του Μω­ρη­ά, συγ­γε­νι­κών κα­πε­τα­νά­των (Κο­λο­κο­τρω­ναί­οι), θα δώ­σει η α­πα­γω­γή α­πό ο­μά­δα κλε­φτών του πά­μπλου­του κο­τζα­μπά­ση –και πρω­το­σύ­γκε­λου Γαρ­γα­λιά­νων– Αν­δρου­τσό­που­λου, «…ε­νώ πή­γαι­νε στην Τρι­πο­λι­τσά, ό­που τον εί­χε κα­λέ­σει ο Πα­σάς για κρα­τι­κές υ­πο­θέ­σεις…» (8), και η α­παί­τη­ση λύ­τρων για την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή του.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ρό­λο στην ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της ε­ξου­σια­στι­κής ε­πι­χεί­ρη­σης ε­ξο­λό­θρευ­σης των κλε­φτών, θα παί­ξει το, υ­πο­γε­γραμ­μέ­νο α­πό δώδεκα δε­σπο­τά­δες, α­φο­ρι­στι­κό κεί­με­νο του Πα­τριάρ­χη «Καθ’ ό κλη­ρι­κοί τε και λα­ός έ­δει να τε­θώ­σιν α­μέ­σως και α­προ­φα­σί­στως εις τας δια­τα­γάς του Μό­ρα-Βα­λε­σή»,(9) σε συν­δυα­σμό με την τρο­μο­κρα­τί­α που θα ε­ξα­πο­λύ­σει ο οθωμανικός στρα­τός. «Μέ­σα στη βα­ρυ­χει­μω­νιά του 1805-1806», πε­ρι­γρά­φει ο Κ. Σι­μό­που­λος, «τουρ­κι­κές δυ­νά­μεις πραγ­μα­το­ποιούν αιφ­νι­δια­στι­κή και συ­ντο­νι­σμέ­νη εκ­κα­θα­ρι­στι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση στις ο­ρει­νές πε­ριο­χές του κε­ντρι­κού Μω­ρη­ά για να ε­ξο­ντώ­σουν τα έ­νο­πλα σώ­μα­τα των κλε­φτών, που κα­τα­φρο­νού­σαν την τουρ­κι­κή ε­ξου­σί­α χτυ­πώ­ντας φρου­ρές, ε­νερ­γώ­ντας ε­πι­δρο­μές, αιχ­μα­λω­τί­ζο­ντας ο­θω­μα­νούς και ΄Ελ­λη­νες α­ξιω­μα­τού­χους και δια­κό­πτο­ντας τις συ­γκοι­νω­νί­ες. Η εκ­στρα­τεί­α εί­χε κε­ραυ­νο­βό­λα α­πο­τε­λέ­σμα­τα, ε­πει­δή στην ε­ξόρ­μη­ση κα­τά των α­νταρ­τών πή­ραν μέ­ρος και οι το­πι­κοί πλη­θυ­σμοί ύ­στε­ρα α­πό φιρ­μά­νι προ­στα­τευ­τι­κό της πύ­λης και πα­τριαρ­χι­κό α­φο­ρι­σμό, κυ­ρίως ό­μως με­τά την εμ­φά­νι­ση φορ­τί­ων με χι­λιά­δες πα­λού­κια και τους δη­μό­σιους διο­βε­λι­σμούς. Ο διοι­κη­τής των τουρ­κι­κών δυ­νά­με­ων στρα­το­πέ­δευ­σε στη ση­με­ρι­νή Με­γα­λό­πο­λη Αρ­κα­δί­ας και στη Σκά­λα Μεσ­ση­νίας και έ­στη­σε σε πε­ρί­ο­πτα ση­μεί­α τα α­παί­σια σύ­νερ­γα του βα­σα­νι­σμού και του θα­νά­του. Κρε­μά­λες και εί­κο­σι χι­λιά­δες πα­λού­κια, βαμ­μέ­να μά­λι­στα κόκ­κι­να για να δια­κρί­νο­νται α­πό μα­κρυά, ώ­στε να μην υ­πάρ­χει καμιά αμ­φι­βο­λί­α για τον προ­ο­ρι­σμό τους και να σκορ­πί­ζουν τον πα­νι­κό στα χω­ριά».(10)

Έ­τσι, κά­τω απ’ την, πολ­λές φο­ρές στο παρελθόν πραγ­μα­το­ποι­η­μέ­νη α­πει­λή του πα­λου­κώ­μα­τος και τον τρό­μο που προ­κα­λού­σαν οι α­φο­ρι­σμοί στους θρη­σκό­λη­πτους –πα­ρά την α­πέ­χθεια και το μί­σος για τους α­ξιω­μα­τού­χους της εκ­κλη­σί­ας– φτω­χούς χρι­στια­νούς, οι τε­λευ­ταί­οι θα συ­νερ­γα­στούν με τις αρ­χές στη γε­νι­κευ­μέ­νη κα­τα­στο­λή της κλέ­φτι­κης δρα­στη­ριό­τη­τας, δυ­σχε­ραί­νο­ντας μό­νοι την ή­δη οι­κτρή θέ­ση τους με το να α­φή­σουν τους τυ­ράν­νους τους να συ­νε­χί­σουν α­πε­ρί­σπα­στοι το εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό τους έρ­γο και τις εν­δο­ε­ξου­σια­στι­κές τους δια­μά­χες.

Ξε­φορ­τω­μέ­νοι τον κλέ­φτι­κο μπε­λά, οι το­πι­κοί άρ­χο­ντες, χρι­στια­νοί και μου­σουλ­μά­νοι, θα ε­νω­θούν ξα­νά προ­κει­μέ­νου να α­ντι­με­τω­πί­σουν, τούτη τη φορά, την α­σύμ­φο­ρη γι’ αυ­τούς — συ­γκε­ντρω­τι­κή ά­σκη­ση της ε­ξου­σί­ας απ’ τον νέ­ο Μό­ρα-Βα­λε­σή και γιο του Α­λή Πα­σά, Βε­λή. Με ε­πι­στο­λές στο σουλ­τά­νο και πο­ρεί­ες α­πε­σταλ­μέ­νων τους στην Κωνσταντινούπο­λη θα ε­πι­διώ­ξουν την α­νά­κλη­σή του, σχε­διά­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα και τη βί­αι­η α­να­τρο­πή του.

Έ­να θαμ­μέ­νο, για ευ­νό­η­τους λό­γους, απ’ την ε­πί­ση­μη ι­στο­ρί­α ε­ναλ­λα­κτι­κό κυ­ριαρ­χι­κό σε­νά­ριο, το ο­ποί­ο ε­πε­ξερ­γά­ζο­νταν στα 1808-9 οι χρι­στια­νοί και ο­θω­μα­νοί γαιο­κτή­μο­νες με τους κα­τα­φυ­γό­ντες στα Ε­πτά­νη­σα αρ­μα­τω­λούς και κα­πε­τα­ναί­ους υ­πό την υ­ψη­λή σκη­νο­θε­τι­κή ε­πι­μέ­λεια των γάλ­λων αυ­το­κρα­το­ρι­κών που κα­τεί­χαν τό­τε τα νη­σιά, το ο­ποί­ο α­πο­δει­κνύει πως το θρη­σκευ­τι­κό και ε­θνι­κό πα­ρα­μύ­θι φτιά­χτη­κε μό­νο για να α­πο­κοι­μί­ζει τους κυ­ριαρ­χού­με­νους, πε­ρι­γρά­φει ο Κο­λο­κο­τρώ­νης. «Και ήλ­θαν», γρά­φει στα Α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, «ό­λοι οι Τούρ­κοι και Ρω­μαί­οι οι ση­μα­ντι­κοί και ω­μί­λη­σαν εις την Ζά­κυν­θον να κά­μου­με μια κυ­βέρ­νη­ση, συν­θε­μέ­νη α­πό 12 έλ­λη­νες και 12 τούρ­κους, να κυ­βερ­νούν το λα­όν. Οι Τούρ­κοι ε­πί­σης να κα­τα­δι­κά­ζο­νται κα­θώς οι Ελ­λη­νες. Η ση­μαία μας α­πό το έ­να μέ­ρος το φεγ­γά­ρι και α­πό το άλ­λο το Σταυ­ρό, και το σχέ­διό μας ή­τον, ά­μα ε­πα­τού­σα­με τον Μο­ρέ­α να κά­μου­με α­να­φο­ρές στο Σουλ­τά­νο και να του λέ­γω­μεν ό­τι: η­μείς δεν α­πο­στα­τή­σα­μεν ε­να­ντί­ον σου πλην ε­να­ντί­ον του τυ­ράν­νου τού Βε­λή Πα­σά».(11)

Ό­σον α­φο­ρά τις συ­νέ­πειες του αλ­λη­λο­σπα­ραγ­μού των η­γε­τι­κών ο­μά­δων του Μω­ρη­ά, ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό, θα τις πλη­ρώ­σουν ό­πως πά­ντα και πά­λι οι α­γρό­τες, που α­πο­τε­λού­σαν την κοι­νω­νι­κή του ρα­χο­κο­κα­λιά. Τη δει­νή θέ­ση τους στις πα­ρα­μο­νές της ε­πα­νά­στα­σης και την α­πό­γνω­σή τους α­ντα­να­κλά κα­θα­ρά η ε­πι­στο­λή του Βο­ε­βό­δα Χα­λήλ-Α­γά προς τον κο­τσα­μπά­ση Αν­δρέ­α Λό­ντο, ό­που με­τα­ξύ άλ­λων, και α­να­φε­ρό­με­νος στην ε­πι­χεί­ρη­ση εί­σπρα­ξης των κρα­τι­κών φό­ρων στον Κα­ζά της Βο­στί­τσας, α­να­φέ­ρει: «Τα χω­ριά μας στέ­κο­νται ε­πί πο­δός να φύ­γουν […] προ­χθές έ­στει­λα εις την Κου­νι­νάν έ­να σε­ϊ­μέ­νην δια 300 γρό­σια και ήρ­θε πί­σω λέ­γο­ντας ό­τι έ­φυ­γαν μέ­σα εις τον λό­γκον οι Ρα­γιά­δες…».(12)

Η κατάσταση στα νησιά

Στα νη­σιά του Αι­γαί­ου, η ό­ξυν­ση του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γω­νι­σμού, αυ­τή την ε­πο­χή, θα α­να­γκά­σει τους πλοιο­κτή­τες-οι­κο­κυ­ραί­ους των ναυτικών και τους κο­τσα­μπά­ση­δες-γαιο­κτή­μο­νες των α­γρο­τι­κών νη­σιών (που κυ­ριαρ­χούν στο κοι­νο­τι­κό σύ­στη­μα απ’ τα τέ­λη του 18ου αιώ­να καρ­πού­με­νοι την α­νυ­πο­λη­ψί­α του κλή­ρου),(13) να α­πο­κα­λύ­ψουν το πραγ­μα­τι­κό κα­τα­σταλ­τι­κό τους πρό­σω­πο, ε­νώ η διαύ­γεια των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του, θα α­φαι­ρέ­σει απ’ την κρα­τού­σα ι­στο­ριο­γρα­φί­α κά­θε πρό­σχη­μα να ερ­μη­νεύ­σει τις α­ντι­δρά­σεις των κα­τα­πιε­σμέ­νων με γνώ­μο­να τον ε­θνι­­σμό. Για­τί αυ­τές οι α­ντι­δρά­σεις θα προ­κλη­θούν απ’ την προ­σπά­θεια ε­πι­βο­λής των α­στι­κών σχέ­σε­ων εκ­με­τάλ­λευ­σης στα ναυ­τι­κά νη­σιά, δια­βρώ­νο­ντας τις αυ­το­δια­χει­ρι­στι­κές πρα­κτι­κές των ε­νώ­σεων των συ­ντρο­φο­ναυ­τών, και απ’ τη λη­στρι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των κο­τσα­μπά­ση­δων στα α­γρο­τι­κά, που δεν την αμ­βλύ­νει, ό­πως στον η­πει­ρω­τι­κό «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο», η ο­θω­μα­νι­κή πα­ρου­σί­α, α­φού εί­ναι γνω­στό ό­τι οι οθωμανοί αρ­κού­με­νοι, σε έ­να φό­ρο υ­πο­τέ­λειας, εί­χαν α­φή­σει ε­λεύ­θε­ρο το εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό πε­δί­ο των νη­σιών στις «ελ­λη­νι­κές» η­γε­τι­κές ο­μά­δες.

«Ό­τι δε εις δει­νάς α­τα­ξί­ας καί α­νω­μα­λί­ας ε­ξε­τρά­πη­σαν τά μά­χι­μα ά­μα και δυ­σά­γω­γα τέ­κνα της Ύ­δρας, των Σπε­τσών και των Ψα­ρών, ε­ξά­γε­ται εκ τού­του ό­τι οι πρό­κρι­τοι των τριών ε­κεί­νων νή­σων ε­δέ­η­σε να κα­τα­φύ­γω­σι εις έ­κτα­κτα μέ­τρα και να ε­πι­κα­λε­σθώ­σι μά­λι­στα την ε­πέμ­βα­σιν της ο­σμα­νι­κής κυ­βερ­νή­σε­ως»,(14) θα α­να­γκα­στεί να πα­ρα­δε­χτεί ο ε­θνι­κός «μας» ι­στο­ρι­κός Πα­παρ­ρη­γό­που­λος.

Στην Ύ­δρα η κοι­νω­νι­κή α­να­τα­ρα­χή των προ­ε­πα­να­στα­τι­κών χρό­νων θα ξε­κι­νή­σει το 1797, ό­ταν, σύμ­φω­να με ε­γκύ­κλιο του Πα­τριάρ­χη Γρη­γο­ρί­ου, «τι­νές κα­κό­τρο­ποι και φι­λά­δι­κοι ι­διο­ποι­ή­θη­καν κτή­μα­τα του μο­να­στη­ριού και πράγ­μα­τα, α­μπέ­λια δη­λο­νό­τι, χω­ρά­φια, δέν­δρα και άλ­λα τοιαύ­τα, και κα­τα­κρα­τού­σιν α­συ­νει­δή­τως, ε­πι­καρ­πού­με­νοι τα γεν­νή­μα­τα αυ­τών και τας προ­σό­δους, και τω τρό­πω τού­τω ζη­μιού­σι το ιε­ρόν τού­το μο­να­στή­ριον, μη­δό­λως δια­νο­ού­με­νοι, ό­τι υ­πο­πί­πτου­σιν α­πο­κρι­μα­τί­στως εις το δει­νόν της ιε­ρο­συ­λί­ας έ­γκλη­μα μη ε­πι­στρέ­φο­ντας τα θε­ώ α­φιε­ρω­θέ­ντα πράγ­μα­τα, μη­δέ φα­νε­ρώ­ντες τα σύ­νο­ρα αυ­τών και ο­ρο­θέ­σια κα­τά την α­παί­τη­σιν του δι­καί­ου, και την ο­φει­λό­με­νην α­παί­τη­σιν του χρι­στια­νι­κού αυ­τών ε­παγ­γέλ­μα­τος»(15) και θα φτά­σει στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά της τη διε­τί­α 1800-1802.

Ο τρό­μος και η α­γω­νί­α των οι­κο­κυ­ραί­ων της, για την έ­κρυθ­μη κα­τά­στα­ση που εί­χε δη­μιουρ­γή­σει η α­νυ­πο­τα­ξί­α των κα­τα­πιε­σμέ­νων, α­να­βλύ­ζουν μέ­σα α­πό τις α­πα­νω­τές ε­πι­στο­λές τους προς το διερ­μη­νέ­α του ο­θω­μα­νι­κού στό­λου στο Αι­γαί­ο Κα­λι­μά­χη και τον Κα­πε­τάν-Βούλ­γα­ρη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στον ο­ποί­ο α­νέθε­σαν τε­λι­κά —με την ε­πι­κύ­ρω­ση του Σουλ­τά­νου— δι­κτα­το­ρι­κές αρ­μο­διό­τη­τες για να κα­τα­πνί­ξει την ε­ξέ­γερ­ση. «Και μη σας πε­ρά­ση α­πό τον νουν σας», γρά­φουν σε μί­α απ’ αυ­τές, «ό­τι και άλ­λο­τε α­κο­λού­θη­σαν αλ­λ’ εμ­βή­καν εις τον δρό­μον, ό­τι πλέ­ον ο τό­πος δεν τι­μω­νί­ζε­ται, δια­τί πολ­λά αρ­σί­ζευ­σαν οι ά­τα­κτοι και δεν εμ­βαί­νουν εις τον δρό­μον πλέ­ον. διά τού­το πα­ρα­κα­λού­μεν θερ­μώς, ό­που ε­άν δεν μας έλ­θη νι­ζά­μι [βο­ή­θεια], θε να χα­θού­μεν καί η­μείς και τα κα­ρά­βια μας, ό­τι αρ­χί­νη­σαν να μοι­ρά­ζουν και τους σερ­μα­γέ­δες [κε­φά­λαια], και τέ­λος ό,τι τους φω­τί­ση αυ­τό και κά­μνουν και ποιος κο­τεί α­πό η­μάς να μι­λή­ση, μας πο­στά­ρουν α­κό­μη και τα ο­σπή­τιά μας και δεν κο­τού­με ού­τε έ­ξω να ε­βγού­με, ού­τε την νύ­κτα ού­τε τήν η­μέ­ρα, αλ­λά καί ό­ταν ε­βγαί­νο­με, με με­γά­λην φύ­λα­ξιν».(16)

Α­νά­λο­γες «στά­σεις λα­ού» θα εκ­δη­λω­θούν στις Σπέ­τσες (1800), ό­που κα­τά τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο «α­φή­νια­σαν οι ναυ­τι­κοί ό­μι­λοι, μη υ­πα­κού­ο­ντες εις τους προ­κρί­τους και τα­ράτ­το­ντες την κοι­νήν η­συ­χί­αν και τά­ξιν», στα Ψα­ρά (1815) «κα­τά των δη­μο­γε­ρό­ντων, α­ξιού­ντος ό­τι τυ­ραν­νι­κώς διοι­κεί­ται»,(17) στην Άν­δρο (1819-1820) και, ό­πως ή­δη έ­χου­με α­να­φέ­ρει στην Κύ­προ (1804), προ­κα­λώ­ντας μια ποι­κι­λί­α α­ντα­πα­ντή­­σεων απ’ την πλευ­ρά της το­πι­κής και κε­ντρι­κής ε­ξου­σί­ας.

Άλ­λες θ’ α­ντι­με­τω­πι­στούν με τη χρή­ση της βί­ας απ’ τους ζα­μπί­τες (διοι­κη­τές με δι­κτα­το­ρι­κές αρ­μο­διό­τη­τες) που θα διο­ρί­σει η Πύ­λη με­τά τις εκ­κλή­σεις των πρου­χό­ντων (Ύ­δρα, Σπέ­τσες), άλ­λες με την ε­κτό­νω­ση της κοι­νω­νι­κής έ­ντα­σης διά της κα­θιρέσεως των πιο μι­ση­τών κο­τσα­μπά­ση­δων απ’ την κοι­νο­τι­κή διοί­κη­ση (Άν­δρος) και της ει­σό­δου σ’ αυ­τήν α­ντι­προ­σώ­πων του «κοι­νού λα­ού» (Ψα­ρά) και, φυ­σι­κά, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Κύ­πρου, με την άγρια κα­τα­στο­λή απ’ τα στρα­τεύ­μα­τα κα­το­χής.

Α­κό­μη και η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη ε­ξέ­γερ­ση των κα­τα­πιε­σμέ­νων, που θα ξε­σπά­σει στη Σά­μο (1807), δεν θα κα­τορ­θώ­σει, πα­ρά την αρ­χι­κή ε­πι­τυ­χί­α της, ν’ α­πα­γκι­στρω­θεί απ’ τη μέγ­γε­νη της λυσ­σα­λέ­ας εν­δο­ε­ξου­σια­στι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης που εί­χε ξε­κι­νή­σει απ’ τις αρ­χές του αιώ­να α­νά­με­σα στους ο­λι­γαρ­χι­κούς γαιο­κτή­μο­νες («κα­λι­κά­ντζα­ροι») και τους δη­μο­κρα­τι­κούς «καρ­μα­νιό­λους» που α­ντι­προ­σώ­πευαν και τα συμ­φέ­ρο­ντα της α­νερ­χό­με­νης α­στι­κής τά­ξης του νη­σιού, για τον έ­λεγ­χο της κοι­νο­τι­κής ε­ξου­σί­ας. Μια α­ντι­πα­ρά­θε­ση που την έ­ντα­σή της προσ­διο­ρί­ζει στα Σα­μια­κά του ο Στα­μα­τιά­δης, ση­μειώ­νο­ντας ό­τι «…οι ο­πα­δοί των φα­τριών ή­ταν α­μεί­λι­κτοι εις τοιού­τον βαθ­μόν, ού­τως ώ­στε ο ητ­τώ­με­νος η­να­γκά­ζε­το να εκ­πα­τρι­σθή διό­τι ε­πί­κει­το επ’ αυ­τού ο θά­να­τος. Εκ­πα­τρι­ζό­με­νος δε ε­στε­ρεί­το πά­σης της πε­ριου­σί­ας, ή­τις ε­λε­η­λα­τεί­το υ­πό των ε­να­ντί­ων».(18)

Έ­τσι η έ­νο­πλη ει­σβο­λή των ε­ξε­γερ­μέ­νων α­γρο­τών των χω­ριών του νη­σιού (με πρω­τερ­γά­τες τους δο­λο­φο­νη­μέ­νους ά­γρια —με­τά τη σύλ­λη­ψή τους απ’ τους οθωμανούς, σε κά­ποια φά­ση των συ­γκρού­σε­ων— Λα­γό και Κα­ψά­λη)(19) στη χώ­ρα, η πο­λιορ­κί­α, σύλ­λη­ψη, κα­κο­ποί­η­ση, δή­μευ­ση της πε­ριου­σί­ας και τε­λι­κή εκ­δί­ω­ξη απ’ το νη­σί των «κα­λι­κά­ντζα­ρων» και αρ­γό­τε­ρα των οθωμανών, θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν α­πό τους «καρ­μα­νιό­λους» σαν σκα­λιά για το α­νέ­βα­σμά τους στο βά­θρο της κοι­νο­τι­κής διοίκησης.

Η ε­φαρ­μο­γή, α­πό μέ­ρους τους, μιας η­πιό­τε­ρης πο­λι­τι­κής μέ­χρι τα 1813, ο­πό­τε οι «κα­λι­κά­ντζα­ροι» θα ε­πα­να­κάμ­ψουν, με τη βο­ή­θεια των οθωμανών, ε­πι­βάλ­λο­ντας σκλη­ρό­τε­ρο κα­θε­στώς, α­σφα­λώς και δεν νο­μι­μο­ποιεί τους, α­δυ­να­τού­ντες να δια­νο­η­θούν μια αυ­το­δια­χει­ρι­ζό­με­νη χω­ρίς ε­ξου­σια­στι­κά όρ­γα­να κοι­νό­τη­τα, α­ρι­στε­ρούς ι­στο­ρι­κούς να γρά­φουν ό­τι η ε­ξέ­γερ­ση εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα τη «λα­ο­κρα­τί­α» στο νη­σί.

Ω­στό­σο, και κά­τω α­πό τη φαι­νο­με­νι­κή στα­θε­ρό­τη­τα που υ­πο­δη­λώ­νουν η ε­ξό­ντω­ση των κλε­φτών σε Μα­κε­δο­νί­α, Ή­πει­ρο, Στε­ρε­ά, Θεσ­σα­λία και Μω­ρη­ά, η κα­τα­στο­λή των ε­ξε­γέρ­σε­ων στα νη­σιά και η α­που­σί­α ε­πι­θε­τι­κών, γε­νι­κευ­μέ­νων και συ­νο­λι­κών α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών κοι­νω­νι­κών α­γώ­νων στις πα­ρα­μο­νές της ε­πα­νά­στα­σης. η ρευ­στό­τη­τα που δια­γρά­φει την ε­πι­κεί­με­νη αλ­λα­γή στο σκη­νι­κό του «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου» εί­ναι ο­ρα­τή, κα­θώς ο κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νος κυ­ριαρ­χι­κός μη­χα­νι­σμός α­να­ζη­τεί τα νέ­α μο­ντέ­λα ε­ξου­σί­ας που θ’ α­ντι­κα­τα­στή­σουν τις ε­τοι­μόρ­ρο­πες απ’ το χρό­νιο κοι­νω­νι­κό σφυ­ρο­κό­πη­μα δο­μές της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, και οι καταπιεσμένοι, έ­χο­ντας υ­πο­νο­μεύ­σει τα θε­μέ­λια της τελευταίας, με τη, με­του­σιω­μέ­νη σε ε­κρη­κτι­κή ύ­λη, συσ­σω­ρευ­μέ­νη κα­τα­πί­ε­ση αιώ­νων που υ­φαί­νει κό­μπο-κό­μπο το φυ­τί­λι της με την α­ντι­θε­τι­κή και εξεγερτική τους δρα­στη­ριό­τη­τα, α­να­συ­ντάσ­σονται, προ­σμέ­νο­ντας την ε­ξε­γερ­τι­κή σπί­θα που θα τ’ α­νά­ψει και θα προ­κα­λέ­σει την έ­κρη­ξη, αλ­λ’ α­γνο­ώ­ντας α­κό­μα την α­λή­θεια των λό­γων ε­νός ε­ξου­σια­στή αυ­τής της ι­στο­ρι­κής πε­ριό­δου (του Σαίν Ζύ­στ), που σα­φώς προ­ει­δο­ποιούσε πως «ό­σοι κά­νουν μι­σές ε­πα­να­στά­σεις α­πλώς σκά­βουν το λάκ­κο τους».

——————–
Κ. Σά­θα, Τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Ελ­λά­δα, τ. δ~, σ. 126.
Πα­σχά­λη Μ. Κι­τρο­μη­λί­δη, Η Γαλ­λι­κή Ε­πα­νά­στα­ση και η Νο­τιο­α­να­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, σ. 63.
Δ.Κ. Τσο­πο­τού, Γη και Γε­ωρ­γοί της Θεσ­σα­λί­ας κα­τά την Τουρ­κο­κρα­τί­αν, σ. 226.
Α­νωνύ­μου, Ελ­λη­νι­κή Νο­μαρ­χί­α, σ. 96.
Πε­ρι­γρά­φο­ντας την υ­πο­τα­γή και τη μοί­ρα των χει­μα­ριω­τών, ο αλ­βα­νός λαϊ­κός ποι­η­τής Χα­τζή Σε­χρέ­της γρά­φει:

Α­λή Πα­σάς προ­βό­δι­σε α­σκέ­ρι και τους πιά­νει
άν­δρες, γυ­ναί­κες και παι­διά στο κού­τσου­ρο τους βά­νει […].
Προ­βό­δι­σε στα Τρίκ­κα­λα πολ­λά χω­ριά να φτιά­ση
να τους μοι­ρά­ση στα χω­ριά χω­ρά­φια να δου­λέ­ψουν
ό­σο να ζή­σουν λευ­θε­ριά πο­τέ να μη γυ­ρέ­ψουν.
[Τσο­πο­τού, Γη και Γε­ωρ­γοί της Θεσ­σα­λί­ας κα­τά την Τουρ­κο­κρα­τί­αν, σ. 226].
Τα μυ­θεύ­μα­τα, πε­ρί συ­νεί­δη­σης της ε­θνι­κής συ­νέ­χειας, των αρ­μα­τω­λών, στην κρα­τού­σα ι­στο­ριο­γρα­φί­α α­να­τρέ­πει η δι­ή­γη­ση του Κού­μα (Ιστο­ρί­αι των Αν­θρω­πί­νων Πρά­ξε­ων) για τη γνω­ρι­μί­α του με τον Νι­κο­τσά­ρα. «Ο Κού­μας», γρά­φει, «ε­γνώ­ρι­σε προ­σω­πι­κώς τον Νί­κον και τον πα­πα-Ευ­θύ­μιον. Θε­λή­σας να εν­θου­σιά­ση τον πρώ­τον, ό­τι ο­μοιά­ζει τον πα­λαιόν Α­χιλ­λέ­α ή­κου­σε με ά­γριον τό­νον: ‘‘Τι Α­χιλ­λέ­α λέ­γεις και τοιαύ­τα πα­ρα­μύ­θια; ε­σκό­τω­σε πολ­λούς το του­φέ­κι του Α­χιλ­λέ­α;» [Βλ. Αλ. Πο­λί­τη, Κλέ­φτι­κα, σ. ιςι~].
Μ. Οι­κο­νό­μου, Ι­στο­ρικά της Ελ­λη­νι­κής Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας, σ. 21.
Περιγραφή του Άγγλου περιηγητή William Gell, βασισμένη σε αφήγηση του πρωτοσύγγελου Αντρουτσόπουλου.

«Ε­νώ πή­γαι­νε στην Τρι­πο­λι­τσά, ό­που τον εί­χε κα­λέ­σει ο Πα­σάς για κρα­τι­κές υ­πο­θέ­σεις, τα πλού­τη του προ­κά­λε­σαν τη βου­λι­μί­α με­ρι­κών κα­λο­αρ­μα­τω­μέ­νων κλε­φτών, που, α­φού έ­στη­σαν καρ­τέ­ρι στο πιο α­πό­το­μο πέ­ρα­σμα της Τσι­μπα­ρούς, τραυ­μά­τι­σαν με­ρι­κούς α­πό τους αν­θρώ­πους του, αιχ­μα­λώ­τι­σαν τον ί­διο και τον έ­κλει­σαν σε μια στε­γνή στέρ­να. Ε­κεί του κα­τέ­βα­ζαν ψω­μί­ και νε­ρό, ώ­σπου πλή­ρω­σε έ­να υ­πέ­ρο­γκο πο­σό λύ­τρα στέλ­νο­ντας γρα­πτές ο­δη­γί­ες στους Γαρ­γα­λιά­νους. Αν ο ί­διος ο Πα­σάς μη­χα­νεύ­τη­κε την ε­πί­θε­ση ε­να­ντί­ον του πρω­το­σύ­γκε­λου, σαν το μο­να­δι­κό μέ­σο να α­παλ­λα­γή ο τό­πος α­πό τους κλέ­φτες, ε­νέρ­γειες συ­νη­θι­σμέ­νες στους Τούρ­κους —τον κα­τη­γό­ρη­σαν μά­λι­στα με­ρι­κοί γι’ αυ­τό— δεν μπο­ρώ να βε­βαιώ­σω. Το α­πο­τέ­λε­σμα πά­ντως υ­πήρ­ξε ά­με­σο. Η α­σύ­νε­τη αιχ­μα­λω­σί­α του κλη­ρι­κού α­να­στά­τω­σε το ιε­ρα­τεί­ο, που ε­ξα­πέ­λυ­σε τους κε­ραυ­νούς του α­φο­ρι­σμού ε­να­ντί­ον ό­λων ε­κεί­νων που θα έ­δι­ναν ψω­μί και νε­ρό στους κλέ­φτες. Έ­τσι οι κλέ­φτες, α­φού δεν προ­στα­τεύο­νταν πια α­πό τους Έλ­λη­νες με τη δι­καιο­λο­γί­α πως πο­λε­μού­σαν τους Τούρ­κους, α­ντι­με­τώ­πι­ζαν το ξε­ρί­ζω­μα ή το χα­λα­σμό τους α­πό τους α­γά­δες των διά­φο­ρων πε­ρι­φε­ρειών…». (Κ. Σι­μό­που­λου, Ξέ­νοι Τα­ξι­διώ­τες στην Ελ­λά­δα, τ. γ~1, σ. 249).
Τ. Στα­μα­τό­που­λου, Ο Εσω­τε­ρι­κός Α­γώ­νας, τ. α~, σ. 40.
Κ. Σι­μό­που­λου, Βα­σα­νι­στή­ρια και Ε­ξου­σί­α, σ. 369.
Θ. Κο­λο­κο­τρώ­νη, Α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, σ. 64.
Τ. Στα­μα­τό­που­λου, Ο Ε­σω­τε­ρι­κός Α­γώ­νας, τ. α~, σ. 146.
«Το 1780 οι κά­τοι­κοι της Κέ­ας λι­θο­βό­λη­σαν μέ­χρι θα­νά­του τον Πα­πα-Οι­κο­νό­μο, ε­νοι­κια­στή των φό­ρων του νη­σιού, ε­πει­δή αρ­νή­θη­κε να λο­γο­δο­τή­σει στη γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση. Την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα, στη ‘‘δεύ­τε­ρη Α­νά­στα­ση’’, τον έ­συ­ραν —με τα άμ­φιά του— ώς το Σκυ­λό­ρε­μα και τον θα­νά­τω­σαν. Κι ό­ταν ο Κα­που­δάν πα­σάς συ­γκέ­ντρω­σε τους κα­τοί­κους και ρώ­τη­σε ποιος σκό­τω­σε τον πα­πά, το πλή­θος α­πά­ντη­σε με μια φω­νή ‘‘ό­λοι μας’’» [Κ. Σι­μό­που­λου, Η Δια­φθο­ρά της Εξου­σί­ας, σ. 87].
Α. Βα­ζού­ρα, Έ­θι­μα και Κρά­τος εις την Νε­ω­τέ­ραν Ελ­λά­δα, σ.386.
Αρ­χεί­ον της Κοι­νό­τη­το­ςΎ­δρας 1775-1832, τ. α~, σ. 122.
Ό.π. σ. 289.
Τ. Στα­μα­τό­που­λου, Ο Ε­σω­τε­ρι­κός Αγώ­νας, τ. α~, σ. 162.
Α­λέ­ξη Σε­βα­στά­κη, Ι­στο­ρι­κά Νέ­ου Καρ­λο­βα­σιού Σά­μου, σ. 56.
Ε­βί­βα στον Πα­γών­δα, ε­βί­βα στο Βα­θύ
ε­βί­βα στους Βουρ­λιώ­τες, με τους Μυ­τι­λη­νοί
Πύρ­γος και Νι­χω­ρά­κι αιώ­νια να ζει.
Σκο­τώ­σαν τον Κα­ψά­λη και το Λα­γό μα­ζί
αυ­τού­νοι οι Χω­ρί­τες πε­ντ’ έ­ξι νο­μα­τοί.
Και ο Χα­τζή Γιαν­νά­κης δεν τό­κα­με κα­λά
δεν ε­λυ­πή­θη χή­ρες με τ’ ορ­φα­νά παι­διά.
(Λα­ϊ­κό τρα­γού­δι της ε­πο­χής) [Γ. Κορ­δά­του, Η Κοι­νω­νι­κή Ση­μασί­α της Ελ­λη­νι­κής Επα­να­στά­σε­ως του 1821, σ. 125].
Από το βιβλίο Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες στον «Ελλαδικό Χὠρο», έκδοση Αναρχική Αρχειοθήκη, σσ. 199-209.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

skaleadis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...