Ὁ Χριστός μας βρίσκεται στὴν Καπερναοὺμ τὴν ὄμορφη πόλη μὲ τὰ γραφικὰ σπιτάκια της. Τούτη τὴν πόλη τὴν ἀγαποῦσε ἐξαιρετικὰ ὁ Κύριος. Ἐδῶ πέρασε τὴν πιὸ ὄμορφη καὶ χαρούμενη περίοδο τῆς ζωῆς του.
Οἱ κάτοικοι τῆς Καπερναοὺμ ἦταν ἁπλοί, τίμιοι, πολεμικοὶ καὶ γενναῖοι, χωρὶς πονηριά, μὲ παιδιάτικη ἀφέλεια καὶ καλὴ καρδιά.
Στὴν Καπερναοὺμ ἔμενε συνήθως στὸ σπίτι τοῦ Πέτρου. Μόλις μαθεύτηκε πὼς ἦρθε ὁ Χριστός, κόσμος πολὺς μαζεύτηκε στὸ σπίτι νὰ τὸν ἀκούση.
Ἦταν ἐκεῖ καὶ πολλοὶ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀκόμη νὰ τὸν ἀκούσουν. ἬΘελαν νὰ βεβαιωθοῦν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια, ὅτι γιάτρευε, ὅπως ἔλεγαν, τὶς ἀρρώστιες μὲ μόνο τὸ λόγο του.

Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (κεφ. β´, 1-12).
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναοὺμ, καὶ ἠκούσθη, ὅτι εἰς οἶκόν ἔστι.
Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον.
Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην, ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ ὧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο.
Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τὶς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἶς, ὁ Θεός;
Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι οὕτως διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς· εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;
Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἤ εἰπεῖν ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
Ἵνα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ.
Σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.
Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας· ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

Ἐξήγηση
Ἐκεῖνον τὸν καιρό, σὰν μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ, ἀκούστηκε πὼς εἶναι σὲ ἕνα σπίτι.
Καὶ ἀμέσως μαζεύτηκαν τόσοι πολλοὶ ποὺ πιὰ δὲ χωροῦσε οὔτε τὸ μέρος τὸ κοντὰ στὴ θύρα· καὶ τοὺς μιλοῦσε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἔρχονται καὶ τοῦ φέρνουν παραλυτικό, ποὺ τὸν βαστοῦσαν τέσσερεις.
Καὶ σὰ δὲ μποροῦσαν ἀπὸ τὸ πλῆθος νὰ τοῦ τὸν πηγαίνουν κοντά, ξεσκέπασαν τὴ στέγη ἐκεῖ ποὺ ἦταν, καὶ τρυπώντας την κατεβάζουν τὸ κρεβάτι ποὺ ἦταν πλαγιασμένος ὁ παραλυτικός.
Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστη τους, λέει τοῦ παραλυτικοῦ· παιδί μου, νὰ εἶναι συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου.
Καὶ ἦταν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς ἐκεῖ καθισμένοι καὶ σκέπτονταν μέσα τους (στὴν καρδιά τους)· πῶς αὐτός, ἔτσι μιλώντας ἀσεβεῖ; ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες, παρὰ ἕνας, ὁ Θεός;
Κι ἀμέσως ἔνιωσε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πνεῦμα του, τὸ τί σκέπτονταν μέσα τους καὶ λέει: γιατὶ τὰ σκέπτεστε αὐτὰ μέσα στὴν καρδιά σας;
Τί εἶναι εὐκολώτερο, νὰ πῶ στὸν παραλυτικό, εἶναι συγχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου ἤ νὰ πῶ σήκω, πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτησε;
Ὅμως γιὰ νὰ μάθετε πὼς ἔχει ἐξουσία ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ συγχωρῆ στὴ γῆ ἁμαρτίες, λέει στὸν παραλυτικό:
Ἐσένα λέγω, σήκω, πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου.
Καὶ σηκώθηκε, κι ἀμέσως παίρνοντας τὸ κρεβάτι βγῆκε μπροστὰ σὲ ὅλους, τόσο ποὺ θαύμαζαν ὅλοι καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ λέγοντας, πὼς ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοιο θαῦμα.
Ρητό: «Μὴ κρίνετε, ἳνα μὴ κριθῆτε. Ἐν ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε»..
ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ Ε’ – ΣΤʹ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
1976
Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»
Οἱ κάτοικοι τῆς Καπερναοὺμ ἦταν ἁπλοί, τίμιοι, πολεμικοὶ καὶ γενναῖοι, χωρὶς πονηριά, μὲ παιδιάτικη ἀφέλεια καὶ καλὴ καρδιά.
Στὴν Καπερναοὺμ ἔμενε συνήθως στὸ σπίτι τοῦ Πέτρου. Μόλις μαθεύτηκε πὼς ἦρθε ὁ Χριστός, κόσμος πολὺς μαζεύτηκε στὸ σπίτι νὰ τὸν ἀκούση.
Ἦταν ἐκεῖ καὶ πολλοὶ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀκόμη νὰ τὸν ἀκούσουν. ἬΘελαν νὰ βεβαιωθοῦν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια, ὅτι γιάτρευε, ὅπως ἔλεγαν, τὶς ἀρρώστιες μὲ μόνο τὸ λόγο του.

Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (κεφ. β´, 1-12).
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναοὺμ, καὶ ἠκούσθη, ὅτι εἰς οἶκόν ἔστι.
Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον.
Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην, ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ ὧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο.
Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τὶς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἶς, ὁ Θεός;
Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι οὕτως διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς· εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;
Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἤ εἰπεῖν ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
Ἵνα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ.
Σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.
Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας· ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

Ἐξήγηση
Ἐκεῖνον τὸν καιρό, σὰν μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ, ἀκούστηκε πὼς εἶναι σὲ ἕνα σπίτι.
Καὶ ἀμέσως μαζεύτηκαν τόσοι πολλοὶ ποὺ πιὰ δὲ χωροῦσε οὔτε τὸ μέρος τὸ κοντὰ στὴ θύρα· καὶ τοὺς μιλοῦσε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἔρχονται καὶ τοῦ φέρνουν παραλυτικό, ποὺ τὸν βαστοῦσαν τέσσερεις.
Καὶ σὰ δὲ μποροῦσαν ἀπὸ τὸ πλῆθος νὰ τοῦ τὸν πηγαίνουν κοντά, ξεσκέπασαν τὴ στέγη ἐκεῖ ποὺ ἦταν, καὶ τρυπώντας την κατεβάζουν τὸ κρεβάτι ποὺ ἦταν πλαγιασμένος ὁ παραλυτικός.
Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστη τους, λέει τοῦ παραλυτικοῦ· παιδί μου, νὰ εἶναι συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου.
Καὶ ἦταν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς ἐκεῖ καθισμένοι καὶ σκέπτονταν μέσα τους (στὴν καρδιά τους)· πῶς αὐτός, ἔτσι μιλώντας ἀσεβεῖ; ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες, παρὰ ἕνας, ὁ Θεός;
Κι ἀμέσως ἔνιωσε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πνεῦμα του, τὸ τί σκέπτονταν μέσα τους καὶ λέει: γιατὶ τὰ σκέπτεστε αὐτὰ μέσα στὴν καρδιά σας;
Τί εἶναι εὐκολώτερο, νὰ πῶ στὸν παραλυτικό, εἶναι συγχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου ἤ νὰ πῶ σήκω, πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτησε;
Ὅμως γιὰ νὰ μάθετε πὼς ἔχει ἐξουσία ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ συγχωρῆ στὴ γῆ ἁμαρτίες, λέει στὸν παραλυτικό:
Ἐσένα λέγω, σήκω, πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου.
Καὶ σηκώθηκε, κι ἀμέσως παίρνοντας τὸ κρεβάτι βγῆκε μπροστὰ σὲ ὅλους, τόσο ποὺ θαύμαζαν ὅλοι καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ λέγοντας, πὼς ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοιο θαῦμα.
Ρητό: «Μὴ κρίνετε, ἳνα μὴ κριθῆτε. Ἐν ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε»..
ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ Ε’ – ΣΤʹ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
1976
Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
skaleadis