Του Μάκη Ντόβολου
Άλλος ένας προπαγανδιστικός μύθος, αυτός της δημιουργίας εξωστρεφούς μοντέλου ανάπτυξης μέσω της υιοθέτησης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, καταρρέει τους τελευταίους μήνες μπροστά στα έντρομα μάτια κυβέρνησης και τρόικας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, το εννεάμηνο Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2013 η αξία των εξαγωγών αγαθών, χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρουσίασε μείωση κατά 287,8 εκατ. ευρώ ή 2,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2012. Αν συμπεριλάβουμε τα πετρελαιοειδή, τότε η συνολική αξία των εξαγωγών παρουσιάζει αύξηση κατά 5% αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανής η σημαντική επιβράδυνση στους ρυθμούς ανόδου του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας, αν υπολογίσουμε ότι το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2012 η ετήσια αύξηση των εξαγωγών είχε ανέλθει στο 10%.
Όπως δήλωσε πρόσφατα η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων κ. Χριστίνα Σακελλαρίδη, «η διατήρηση των πιέσεων σε πολλούς κλάδους της οικονομίας καθιστούν επισφαλή τη συνέχιση της ανόδου για το προσεχές διάστημα και ενισχύουν τις ενδείξεις κόπωσης τόσο σε επίπεδο παραγωγής, όσο και δυνατοτήτων προώθησης - προβολής των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό».
Επιπλέον η σημαντική, πράγματι, αύξηση των εξαγωγών καυσίμων έχει μια σημαντική παρενέργεια, αυτή της αύξησης των εισαγωγών πετρελαίου (εισάγεται αργό πετρέλαιο το οποίο διυλίζεται και στη συνέχεια εξάγεται σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Τουρκία). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως αν και οι συνολικές εισαγωγές έχουν καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια, οι εισαγωγές προϊόντων ενέργειας παρουσιάζουν εντυπωσιακή άνοδο (από 13,85 δισ. ευρώ το 2008 σε 18,28 δισ. ευρώ το 2012, ενώ σε ανάλογα ή και υψηλότερα επίπεδα θα κινηθούν και το 2013).
Η διάψευση του εξαγωγικού success story προκύπτει όμως και από μερικά άλλα στοιχεία. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, στο τέλος του 2013 ο όγκος των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται ότι θα παραμείνει κατά περίπου 15% χαμηλότερος σε σχέση με το 2008, παρά την πρόσκαιρη ανάκαμψη της περιόδου 2010-2012. Επίσης οι ελληνικές εξαγωγικές επιδόσεις της τελευταίας διετίας κατέλαβαν την τέταρτη χειρότερη θέση στην κατάταξη των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ την ίδια περίοδο παρατηρήθηκε επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων που εξάγονται. Ειδικότερα οι αγορές προορισμού των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδας μεγεθύνθηκαν στη διάρκεια της τριετίας 2010-2012 κατά 17% (σε όγκο).
Εάν η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων που εξάγονται είχε παραμείνει σταθερή, θα αναμέναμε ότι ο όγκος των εξαγωγών θα είχε αυξηθεί κατά το ίδιο ποσοστό. Η αύξησή του όμως κατά την τριετία ανήλθε σε μόλις 5,5%. Υπήρξε επομένως επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων που απευθύνονται στις αγορές του εξωτερικού. Η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας, διορθωμένη με τη μεγέθυνση των αγορών προορισμού, στη διάρκεια της τριετίας 2010-2012, μειώθηκε σωρευτικά κατά 12,3% (-4,7% το 2010, -4,4% το 2011, -3,7% το 2012), ενώ αναμένεται να αυξηθεί οριακά κατά 1,1% το 2013.
Οι αιτίες
Η προβληματική εικόνα που παρουσιάζουν οι εξαγωγές αγαθών, πλην πετρελαιοειδών, αποδεικνύει την ανυπαρξία συγκροτημένου σχεδίου που θα οδηγούσε σε ένα νέο εξωστρεφές μοντέλο. Η μικρή αύξηση των εξαγωγών που σημειώθηκε τα προηγούμενα χρόνια αποδίδεται περισσότερο στην ανάγκη πολλών επιχειρήσεων να αντιμετωπίσουν τη ραγδαία υποχώρηση της εσωτερικής κατανάλωσης. Όμως χωρίς σχέδιο και στήριξη η όποια ανάκαμψη δεν θα μπορούσε να έχει διάρκεια, ιδίως από τη στιγμή που προέκυψαν σημαντικοί εγχώριοι οικονομικοί περιορισμοί.
Μεταξύ άλλων η αρνητική πορεία των ελληνικών εξαγωγών αποτυπώνει την κόπωση των επιχειρήσεων, οι οποίες μη έχοντας ρευστό αδυνατούν πλέον να στηρίξουν την εξωστρέφειά τους. Το πρόβλημα της ρευστότητας δεν προέρχεται μόνο από την έλλειψη στήριξης μέσω των τραπεζών, αλλά και από τις σημαντικές καθυστερήσεις που σημειώνονται στην επιστροφή του ΦΠΑ για προηγούμενα έτη ή/και τις εκκαθαρίσεις απαλλαγής ΦΠΑ για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες.
Επιπλέον, σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η αποτυχία της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης και η μετάλλαξή της σε μια πολιτική υποβάθμισης της ελληνικής οικονομίας σχετίζεται και με το γεγονός ότι η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης παραβλέπει τον ρόλο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, από την οποία εξαρτώνται στη μακροχρόνια διάρκεια οι εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας.
Τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι διαρθρωτικά, αφορούν κυρίως το είδος προϊόντων που παράγονται στην Ελλάδα, τι ποιότητα έχουν και εάν αυτή η ποιότητα ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης. Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα όμως δεν βελτιώνεται με συνθήκες αποεπένδυσης όπως παρατηρούνται τα τελευταία έτη στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα υψηλού ή μέσου επιπέδου τεχνολογίας προϊόντα αντιπροσωπεύουν μόλις το 28% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό είναι 40% στην Πορτογαλία και σχεδόν 50% κατά μέσον όρο σε Ε.Ε. και ΟΟΣΑ.
Όμως η τεχνολογική υστέρηση, σε συνδυασμό με τη μικρή, έτσι και αλλιώς, συμβολή του εξωτερικού εμπορίου στη διαμόρφωση του εγχώριου ΑΕΠ, δεν ευνοούν τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο, βιώσιμο, εξωστρεφές και πιο παραγωγικό μοντέλο. avgi.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
skaleadis